Reviews

16

Followers

5

Following

1

Βιβλία

17

Reviews

16

Followers

5

Following

1

Αγαπημένα βιβλία

17

Reviews

O Άγιος στην Νέα Υόρκη



You have to be a very good, and usually very dead person to become a saint

Αν υπήρξε ένας συγγραφέας βρετανικής καταγωγής που συνδύασε το αμερικανικό hard boiled ύφος με το εγγλέζικο χιούμορ, αυτός δεν ήταν άλλος από τον Λέσλι Τσάρτρις που, μάλιστα, είναι και ο μόνος που «κόντραρε» τη σπουδαία Άγκαθα Κρίστι όσον αφορά τον μακροβιότερο ήρωα του crime fiction, αφού ο Άγιος, κατά κόσμον Σάιμον Τέμπλαρ, «έζησε» 55 χρόνια στο χαρτί από την πένα του ίδιου συγγραφέα, όσα δηλαδή ακριβώς και ο Ηρακλής Πουαρό από τη δημιουργό του! Ο Άγιος, γοητευτικός, κοσμοπολίτης, ελαφρώς τυχοδιώκτης, αρκετά κυνικός, συχνά φλεγματικός και, όποτε χρειαζόταν, αδίστακτος, μπορεί να μεγαλούργησε μέσα από τις σελίδες δεκάδων βιβλίων, αλλά πέρασε στην αιωνιότητα και μέσα από αμέτρητες, κυριολεκτικά, μεταφορές στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο. Ηθοποιοί όπως ο Λούις Χέιγουορντ και ο Τζορτζ Σάντερς (στα τέλη της δεκαετίας του ’30), ο Χιου Σινκλέρ τη δεκαετία του ’40, ο άρχοντας του τρόμου Βίνσεντ Πράις που έκανε την αφήγηση στην ομώνυμη ραδιοφωνική εκπομπή την περίοδο 1947-1951, ο Ρότζερ Μουρ στον ρόλο που τον έκανε τηλεοπτικό σούπερ σταρ τη δεκαετία του ’60, ο Ίαν Όγκιλβι στα 70’s, ο Βαλ Κίλμερ στη φιλόδοξη κινηματογραφική μεταφορά του 1997, ακόμα και πιο πρόσφατα ο Τζέσε Αλεξάντερ στην τηλεταινία The Saint του 2017, προσπάθησαν να ενσαρκώσουν τον ήρωα του Τσάρτρις, αλλά κανένας τους δεν τα κατάφερε στα μάτια εκείνων που είχαν λατρέψει τα αντίστοιχα βιβλία. Διαβάζοντας κάποιος σήμερα το Ο Άγιος στη Νέα Υόρκη, 85 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, εντυπωσιάζεται από το πόσο φρέσκα φαντάζουν τα πάντα: η πλοκή, οι διάλογοι, οι ανατροπές, οι ντετέκτιβ της τοπικής αστυνομίας, ο κώδικας συμπεριφοράς των γκάγκστερ, το Μανχάταν στο φόντο αλλά και οι φόνοι, «καλών» και «κακών» που αθροίζουν σε ένα πρωτοφανές bodycount. Πάνω από όλα, όμως, αυτό που κερδίζει τον αναγνώστη, είναι το στιλ του ίδιου του Σάιμον Τέμπλαρ, ενός ιδιότυπου Ρομπέν των Δασών που σίγουρα κλέβει από τους πλούσιους αλλά σε καμία περίπτωση δεν δίνει στους φτωχούς, αφού ως γνήσιος bon viveur ο ίδιος, είναι αρκούντως υλιστής ώστε να θέλει να βγαίνει πάντοτε κερδισμένος από τις περιπέτειες στις οποίες παρασύρεται – ή τον παρασύρουν. Ξεχάστε ό,τι ξέρατε μέχρι τώρα για τα φωτοστέφανα – ο συγκεκριμένος Άγιος ούτε αναμάρτητος είναι ούτε παράδειγμα προς μίμηση: ξέρει, εντούτους, πώς να ζει στην κόψη του ξυραφιού, δίχως ποτέ να χαλάει τη χωρίστρα του…

0

Γκέρτρουντ Μπελ: Μια γυναίκα στην Αραβία



Ποιος Λώρενς της Αραβίας;

H Γκέρτρουντ Μάργκαρετ Λόθιαν Μπελ (1868-1926), κόρη πρωτοπόρων της βιομηχανικής επανάστασης, γύρισε την πλάτη της στα προνόμια και την καλή κοινωνία για να γίνει πολιτικός, αραβολόγος, γλωσσολόγος, αρχαιολόγος, φωτογράφος, συγγραφέας, ορειβάτισσα και ορκισμένη ταξιδεύτρια. Επηρέασε καταλυτικά τις επιλογές της Μεγάλης Βρετανίας στα ζητήματα των αποικιών στη Συρία, την Ασία, την Αραβία και τη Μεσοποταμία. Έγινε μάρτυρας της γενοκτονίας των Αρμενίων, και μαζί με τον T.E. Lawrence, τον περίφημο «Λόρενς της Αραβίας», τον οποίο γνώρισε στα ταξίδια της, αγάπησε πολύ τη μακρινή αυτή περιοχή και αντίστοιχα αγαπήθηκε από τους εκεί πολίτες, λόγω του γνήσιου ενδιαφέροντός της για την τοπική κουλτούρα. Άφησε την τελευταία της πνοή στη Βαγδάτη δύο μέρες μετά τα πεντηκοστά όγδοα γενέθλιά της, έχοντας την ικανοποίηση ότι είχε συμβάλει τα μέγιστα στην αυτόνομη δημιουργία του κράτους του Ιράκ μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Είναι εντυπωσιακό που όλα αυτά τα χρόνια κανένα βιβλίο για την Γκέρτρουντ Μπελ δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά! Το τέταρτο βιβλίο της σειράς PUBLIC CLASSICS των εκδόσεων Public Βιβλιοθήκη έρχεται να καλύψει αυτό το κενό, καθώς το "Μια γυναίκα στην Αραβία, Τα κείμενα της βασίλισσας της ερήμου" αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο αυτές τις μοναδικές εμπειρίες. Συναρπαστικό ως ταξιδιωτική μαρτυρία, συγκλονιστικό ως καταγραφή ριζικών πολιτικών αλλαγών στην Αραβία αλλά και εύπεπτο ως λογοτεχνικό ανάγνωσμα, το βιβλίο αυτό εξηγεί γιατί κάποιες προσωπικότητες σημαδεύουν ανεξίτηλα την εποχή τους – και παραμένουν το ίδιο ενδιαφέρουσες αιώνες μετά… Καθόλου τυχαία, η συλλογή αυτών των κειμένων πρόσφατα ενέπνευσε μια κινηματογραφική και μια τηλεοπτική μεταφορά: η Νικόλ Κίντμαν ενσάρκωσε την Γκέρτρουντ Μπελ στην ταινία Queen of the desert, ενώ η βρετανίδα ηθοποιός Τίλντα Σουίντον ανέλαβε την αφήγηση στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ Letters from Baghdad. Οι θύελλες, κυριολεκτικές και μεταφορικές, της αληθινής βασίλισσας της ερήμου, εντούτοις, μόνο στις σελίδες αυτού του βιβλίου αποτυπώνονται στην πραγματική τους διάσταση…

0

Φρανκενστάιν



σκοτεινό, γοτθικό, αλληγορικό

Κυριευμένος από την εμμονή να δημιουργήσει ζωή από το μηδέν, ο Βίκτορ Φρανκενστάιν συλλέγει ανθρώπινα μέλη, ώστε να κατασκευάσει ένα ανθρωπόμορφο πλάσμα, στο οποίο μεταδίδει ζωή μέσω του ηλεκτρισμού. Όμως, το κακότεχνο δημιούργημά του του προκαλεί αποτροπιασμό, κι έτσι εκείνο, συντετριμμένο από την απόρριψη του δημιουργού του, αποφασίζει να τον καταστρέψει… Η θρυλική γοτθική ιστορία που έγινε το πιο διάσημο μυθιστόρημα τρόμου όλων των εποχών και παραμένει μια συγκλονιστική εξερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Σύμφωνα με τον μύθο, η Μέρι Σέλεϊ συνέλαβε την ιστορία του Φρανκενστάιν όταν ακόμα ήταν μόλις… 18 ετών, και είχε βάλει ένα στοίχημα με τον Λόρδο Βύρωνα για το ποιος θα έγραφε την πιο τρομακτική ιστορία. Απογοητευμένη που δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι πρωτότυπο, έπεσε για ύπνο και είδε στο όνειρό της έναν νεαρό επιστήμονα που δημιούργησε ένα ζωντανό πλάσμα και αμέσως τρομοκρατήθηκε από το ίδιο το δημιούργημά του! Δύο χρόνια αργότερα, την πρωτοχρονιά του 1818, το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε σε πρωτόλεια μορφή, χωρίς να αποδίδεται ονομαστικά σε κανέναν συγγραφικά, με τον υπότιτλο Ένας Μοντέρνος Προμηθέας. Δύο αιώνες αργότερα, η ιστορία παραμένει το ίδιο, αν όχι περισσότερο συναρπαστική: δεν είναι μόνο η διαρκής επιρροή της στη σύγχρονη κουλτούρα (με τεράστιες μορφές του κινηματογράφου, από τον Μπόρις Καρλόφ μέχρι τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο να έχουν υποδυθεί το περιβόητο τέρας), αλλά και τα απορρέοντα από την πλοκή διλήμματα, ηθικά και φιλοσοφικά που έχει επιφέρει η εξέλιξη της τεχνολογίας (κλωνοποίηση). Ο δρ Βίκτορ Φρανκενστάιν είναι ένας μεγαλομανής δημιουργός. Το Τέρας είναι το παρά φύσιν δημιούργημά του. Από τη στιγμή που παίρνει την πρώτη ανάσα μέχρι και την τελευταία… σελίδα, όλοι, δημιουργός, δημιούργημα, κοινωνία, προσπαθούν να αποδεχτούν κάτι που πιθανότατα δεν θα έπρεπε να είχε υπάρξει εξαρχής. Αξεπέραστο, τόσο από την ίδια τη Σέλεϊ, όσο και από οποιονδήποτε συγγραφέα τρόμου του 19ου αιώνα - ή ίσως και οποιουδήποτε άλλου!

0

Ο άνθρωπος που λεγόταν Πέμπτη



οι Monty Python συναντούν τον James Bond

Τι μπορεί να συνδέει την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων με τον Φραντς Κάφκα και το αστυνομικό μυθιστόρημα με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες; Πώς γίνεται μια νουβέλα που ξεκινά σαν «ανάποδο» κατασκοπικό θρίλερ (ένας ποιητής-ντετέκτιβ της Σκότλαντ Γιαρντ εισχωρεί στα ανώτατα κλιμάκια των αναρχικών) να εκτυλίσσεται σαν ψυχεδελική περιπέτεια δράσης και να ολοκληρώνεται σαν αφηρημένη φιλοσοφική αλληγορία; Ο άνθρωπος που λεγόταν Πέμπτη του Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, βιβλίο που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1908 και αψηφά μέχρι σήμερα κάθε είδους λογοτεχνική σύμβαση, είναι όλα τα παραπάνω και κάτι ακόμα: μια ανατρεπτική, σπαρταριστή παραβολή για την αλήθεια και τον μύθο, τη ρευστή πραγματικότητα, την αξία της ζωής και το ευτράπελο της ανθρώπινης συνθήκης.

0

Η Αφροδίτη με τη γούνα



περί έρωτος και άλλων... s/m δαιμονίων

Αντίπαλον δέος του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, απλώς ηδονιστής ή ένας παρεξηγημένος λογοτέχνης, ο Λέοπολντ Φον Ζάχερ-Μάζοχ το 1870 δεν δίστασε να γράψει κάτι που κάνει, ενάμιση αιώνα αργότερα, και τις "Πενήντα αποχρώσεις του γκρι" να μοιάζουν άτολμες, άχρωμες και αδιάφορες. Θα συναντήσετε έννοιες όπως «dominatrix» και «σαδομαζοχισμός» — και δεν είναι αυτές που σοκάρουν, αλλά η διαπίστωση ότι μιλάμε για βιβλίο του… 19ου αιώνα! Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ζάχερ-Μάζοχ «δάνεισε» το όνομά του στη λέξη μαζοχισμός ούτε ότι οι Velvet Underground είχαν τραγούδι στο ιστορικό τους ντεμπούτο το 1967 με τίτλο Venus in furs, ούτε φυσικά ότι ο Ρόμαν Πολάνσκι γύρισε ταινία βασισμένη στους διαλόγους του βιβλίου το 2013… Η Αφροδίτη με τη γούνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα σημαντικό βιβλίο, για όσα δεν δίστασε να θίξει σε μια εποχή που οι σαρκικές επιθυμίες παρέμεναν ανομολόγητες. Αλλά στον αιώνα μας παραμένει εξίσου σημαντικό, γιατί υπενθυμίζει ότι η σεξουαλικότητα πάνω από όλα είναι μια πνευματική κατάσταση: και αυτά που λαχταράει το πνεύμα δεν εξηγούνται πάντοτε λογικά, απλά βιώνονται…

1

Ουτοπία



για ουτοπιστές, πραγματιστές και οτιδήποτε ενδιάμεσο!!!

Ο διάσημος μύθος της Ουτοπίας, που γράφτηκε από τον Τόμας Μορ στις αρχές του 16ου αιώνα και έκτοτε δεν έχει πάψει να γοητεύει και προκαλεί το ενδιαφέρον, καταπιάνεται με το αιώνιο φιλοσοφικό ζήτημα της ιδανικής πολιτείας. Ο Μορ ενσωματώνει στο όραμά του για την ιδεώδη κοινωνία στοιχεία από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον στωικισμό και τον επικουρισμό, και μιλάει για κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, ανεξιθρησκία, κρατική πρόνοια και μέριμνα για όλους τους πολίτες, με σκοπό την κατάκτηση της ευτυχίας μέσω της επίτευξης κοινωνικής ειρήνης και δικαιοσύνης. Ένα κείμενο που επηρέασε όσο λίγα τη φιλοσοφική, πολιτική και λογοτεχνική παράδοση της Δύσης, λαμπρό γέννημα του ουμανισμού της Αναγέννησης. Γιατί η Ουτοπία είναι ένα σπάνιο λογοτεχνικό έργο; Επειδή η επίδρασή του στη μεταγενέστερη κουλτούρα είναι αδύνατον να περιοριστεί, καθώς πέρα από τα ίδια τα πολιτικά συστήματα που άμεσα ή έμμεσα υιοθέτησαν τις… ουτοπικές διδαχές του, δεν υπάρχει πολιτική σάτιρα, ειδικά στη Βρετανία, που να μη βάσισε το χιούμορ της σ’ αυτό. Αλλά και επειδή, παρότι κυκλοφόρησε το 1516 ως έργο φαντασίας, στέκεται άνετα και σήμερα ως ένα πρώτης τάξεως δοκίμιο που πραγματεύεται βασικές πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές ανησυχίες του ανθρώπου που, διαχρονικά, απασχολούν τους πολίτες κάθε οργανωμένου κράτους με δομές και προβλήματα. Καθόλου τυχαία, ο Τόμας Μορ ανακηρύχθηκε σερ από τους συμπατριώτες του Εγγλέζους αλλά και άγιος από την Καθολική Εκκλησία. Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν ο πιο καυστικός και περιζήτητος πολιτικός αναλυτής. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι θα μπορούσε να κάνει ακριβώς τις ίδιες παρατηρήσεις με αυτές που έκανε πριν από 500 χρόνια, παραμένοντας το ίδιο εύστοχος.

0

Η ξανθιά με τα μαύρα μάτια



Η -πανάξια- επιστροφή του Φίλιπ Μάρλοου

“Οι γυναίκες δεν είναι το μοναδικό που δεν καταλαβαίνω – δεν καταλαβαίνω καθόλου τον ίδιο μου τον εαυτό, ούτε στο ελάχιστο!”, μονολογεί ο πιο διάσημος ιδιωτικός ντετέκτιβ όλων των εποχών, ο περίφημος Φίλιπ Μάρλοου, σε αυτή την απολαυστική περιπέτεια που εκδόθηκε πρώτη φορά το 2014, 45 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του, του μεγαλύτερου στιλίστα της αστυνομικής λογοτεχνίας, Ρέιμοντ Τσάντλερ. Επιλεγμένος με τα πλέον αυστηρά κριτήρια από το Chandler Estate, o Μπέντζαμιν Μπλακ (το noir alter ego του Τζων Μπάνβιλ), μόλις ένας από τους τρεις συγγραφείς στους οποίους έγινε η τιμή να συντηρήσουν με νέο μυθιστόρημα του μύθο του Μάρλοου, γυρίζει πίσω στη δεκαετία του ’50 και το Λος Άντζελες για να συναντήσει έναν Μάρλοου σχεδόν σε κρίση μέσης ηλικίας, εύθραυστο και με τάσεις ενδοσκόπησης, πλην όμως ακαταμάχητα γοητευτικό και με μονολόγους/ατάκες που θυμίζουν γιατί ποτέ κανένας διάδοχός του δεν κατάφερε να τον ξεπεράσει: διότι καταλαβαίνει ότι το πιο γλυκό όνειρο είναι η ίδια η πραγματικότητα, αυτή που τον κάνει να παλεύει για λίγο αληθινό φως μέσα στην υποκριτικά ηλιόλουστη Νότια Καλιφόρνια. Καθόλου τυχαία, έχει ήδη ανακοινωθεί η κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου (η ενδέκατη φορά που ο Μάρλοου πρωταγωνιστεί στη μεγάλη οθόνη), με πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νίσον. Διαβάζεται καλύτερα με ένα gimlet στο ποτήρι σας. Και, αν δεν ξέρετε τη συνταγή γι αυτό το υπέροχο κοκτέηλ, θα τη συναντήσετε σε μία από τις συναρπαστικές σελίδες αυτού του απολαυστικού noir!

0

Ρέκβιεμ για έναν Γκάγκστερ



love conquers all. ΝΟΤ!!!

Αποφασισμένος να ξεφύγει διά παντός από το εγκληματικό του παρελθόν, o γκάγκστερ Gery Kells επιβιβάζεται στο τρένο, με προορισμό την Πόλη των Αγγέλων. Εκεί ερωτεύεται μία μοιραία γυναίκα, η οποία, επίσης, προσπαθεί να αφήσει πίσω της μια ζωή γεμάτη αγοραίο έρωτα και εκμετάλλευση. Οι δυο τους θα τα παίξουν όλα κορόνα γράμματα και θα προσπαθήσουν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Σύντομα, εντούτοις, θα ανακαλύψουν ότι μπορείς να φύγεις μακριά από τα πάντα – όχι, όμως, και από το πεπρωμένο σου! Πολύ δύσκολα θα συναντήσει κανείς το όνομα του Paul Cain στις χρυσές σελίδες της βιβλιογραφίας για το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, καθώς πρακτικά εμφανίστηκε μόνον σε ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, το Fast One, το οποίο προτού κυκλοφορήσει το 1933, είχε συναρπάσει τους αναγνώστες του θρυλικού περιοδικού Black Mask, όπου είχε δημοσιευθεί σε πέντε συνέχειες. Για δέκα χρόνια ο συγγραφέας έζησε στο Σικάγο, κατά την εποχή που η Μαφία έλεγχε απόλυτα την πόλη. Ωστόσο, το 1918 βρέθηκε στη Νότια Καλιφόρνια, σαγηνεύτηκε από την κινηματογραφική βιομηχανία και με το ψευδώνυμο Peter Ruric προσπάθησε να κάνει καριέρα στον χώρο. Όλα άλλαξαν όταν γνώρισε και ερωτεύτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '30 την ηθοποιό Gertrude Michael, με την οποία βίωσε μια θυελλώδη σχέση – όταν χώρισαν, το 1935, αντιμετώπιζαν και οι δύο σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού και η femme fatale Granquist, που δεσπόζει στις σελίδες του Fast One, στηρίζεται κατά βάση στην εμπειρία του από τη συγκεκριμένη σχέση. Δεν είναι τυχαίο που το Χόλιγουντ άρπαξε την υπόθεση του βιβλίου, αφαίρεσε μερικές από τις βίαιες σκηνές, άλλαξε το όνομα του πρωταγωνιστή σε… Ace Corbin (δίνοντας τον ρόλο στον νεότατο, τότε, Cary Grant), αλλά και τον τίτλο σε Gambling Ship. Έτσι, την ίδια χρονιά που το μυθιστόρημα βρέθηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, η ταινία βγήκε στις αίθουσες, χωρίς,όμως, να προκαλέσει αίσθηση·ήταν λογικό: το ατού της ταινίας ήταν η ωμή, ρεαλιστική βία του κυνικού γκάγκστερ. Με την αφαίρεση αυτού του στοιχείου, όλα τα άλλα έμεναν μετέωρα… Πάντως, ως Ruric ο Cain δεν το έβαλε κάτω: έγραψε συνολικά εννιά σενάρια ισάριθμων κινηματογραφικών ταινιών, με πιο γνωστό το The Black Cat του 1934, με πρωταγωνιστές τους πιο διάσημους ήρωες προπολεμικών ταινιών τρόμου, Boris Karloff-Bella Lugosi, και ένα σενάριο βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Edgar Allan Poe. Μετά το 1944, κανένα στούντιο δεν του εμπιστευόταν ανάθεση συγγραφής σεναρίου, καθώς ο αλκοολισμός του είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Έπειτα από μία αποτυχημένη περιπλάνηση στην Ευρώπη, ο Cain κατέληξε να γράφει διηγήματα ανάμεσα σε κριτικές εστιατορίων, αξιολογήσεις κρασιών και ύμνους στην dolce vita,για λογαριασμό του περιοδικού Gourmet! To 1967, o σκηνοθέτης John Boorman βάσισε τον ήρωα του διαχρονικού νέο-νουάρ Point Blank, Walker, στον γκάγκστερ του Fast One, Gerry Kells. Ο Paul Cain, όμως, δεν πρόλαβε να το δει και να νιώσει δικαιωμένος: είχε πεθάνει ξεχασμένος από τους πάντες σε ένα φθηνό διαμέρισμα του Χόλιγουντ, έναν χρόνο νωρίτερα. Ογδόντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, το Fast One θεωρείται αξεπέραστο δείγμα γραφής αυτού που ονομάζουμε «hardboiled» και πλέον μνημονεύεται ως το απόλυτο μέτρο σύγκρισης για κάθε αντίστοιχη νουβέλα. Το 2002, σε δημοπρασία του οίκου Christies στη Νέα Υόρκη, η αυθεντική πρώτη κόπια του βιβλίου πωλήθηκε έναντι 2.868 δολαρίων. Η πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά εγκαινίασε τη σειρά NOIR των εκδόσεων Public Βιβλιοθήκη και δίνει σίγουρα στίγμα με το καλημέρα. Κανείς δεν ήταν περισσότερο καταρτισμένος να το μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα από τον πατριάρχη του ελληνικού «hardboiled», τον Τζίμμυ Κορίνη, ο οποίος ως γνήσιος απόφοιτος της σχολής Mickey Spillane, διατηρεί την πρόζα του δρόμου με ευθύτητα και λαϊκότητα μεταφέροντάς μας στους κακόφημους δρόμους του Λος Άντζελες κατά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, εκεί όπου κουμάντο έκαναν το φθηνό αλκοόλ, τα καπνισμένα καταγώγια, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, οι ανήθικες γυναίκες, οι επαγγελματίες εκτελεστές και τα διαρκώς μεταβαλλόμενα συμφέροντα των τοπικών συμμοριών. Ακούγεται ενοχικά απολαυστικό – και είναι ακόμα περισσότερο!

0

Pulp fiction



και εγένετο... Αστυνομικό Μυθιστόρημα!!!

Hardboiled, noir, whodunit, locked room mysteries, police procedural, detective story, crime fiction… Όροι που συχνά αναφέρονται και συνήθως παρερμηνεύονται τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τους κριτικούς: όλοι περιγράφουν υποκατηγορίες αυτού που, λανθασμένα, όπως καταγράφει το συγκεκριμένο βιβλίο, ονομάζεται «αστυνομική λογοτεχνία». Το αστυνομικό μυθιστόρημα, για δεκαετίες παρεξηγημένο ως λογοτεχνική κατηγορία, έχει γίνει και πάλι ιδιαιτέρως δημοφιλές, εν μέρει και λόγω της επιτυχίας της λεγόμενης σκανδιναβικής σχολής. Στο βιβλίο αυτό, εντούτοις, ο Τζίμμυ Κορίνης, με εμπειρία άνω των 60 ετών σε όλα τα παρακλάδια που μνημονεύονται στις δώδεκα πρώτες λέξεις αυτού του κειμένου, ως ο πλέον αρμόδιος για να ξεναγήσει κάθε ενδιαφερόμενο στον ακραία συναρπαστικό κόσμο των αστυνομικών αναγνωσμάτων, εστιάζει στη χρυσή εποχή του είδους. Ποια θεωρείται η πρώτη αστυνομική ιστορία; Τι σημαίνει hardboiled; Ποια η σχέση αυτών των κειμένων με τη γαλλική λέξη «noir»; Γιατί το Χόλιγουντ αγκάλιασε με τόσο πάθος τις περιπέτειες σκληρών αντρών, μοιραίων γυναικών, ηθικών ντετέκτιβ, διεφθαρμένων αστυνομικών και αδίστακτων εγκληματιών; Πόσο σημαντικά ήταν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου τα περίφημα «pulp» περιοδικά; Ποιοι ήταν οι συγγραφείς που αναβάθμισαν το είδος σε μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές τάσεις του 20ού αιώνα; Ποια είναι τα βιβλία που πρέπει οπωσδήποτε να αναζητήσει κανείς; Ποια η σχέση των western με όλα αυτά; Τι συνδέει τον Edgar Allan Poe του 1841 με τον James Ellroy ενάμιση αιώνα αργότερα; Όλα αυτά καλύπτονται και αναλύονται, με ευθύτητα και αμεσότητα, από τον πατριάρχη του είδους στη χώρα μας, Τζίμμυ Κορίνη, ο οποίος μελέτησε εξαντλητικά ως μεταφραστής, συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης αλλά και αδιάλειπτα αναγνώστης το είδος από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα και διατηρεί αναλλοίωτο το πάθος του για έναν συναρπαστικό κόσμο που δεν θα σταματήσει ποτέ να γοητεύει τους ανήσυχους αναγνώστες. Βάλτε ένα τζαζ βινύλιο στο πικάπ, φτιάξτε ένα old fashioned σε χαμηλό ποτήρι και βυθιστείτε στις σελίδες μιας "εισαγωγής" στον μαγικό κόσμο του crime/pulp fiction, η οποία διαβάζεται πάρα πολύ ευχάριστα ακόμα και από τους μη μυημένους, αλλά αμέσως μετά κάνει τον αναγνώστη να νιώθει ότι η βιβλιοθήκη του είναι... διάτρυτη!!! Όχι από σφαίρες, αλλά από ελλείψεις!!!

0

Η γραμμή της ομορφιάς



The work of a great English stylist in full maturity

Σε μία από τις πολλές διθυραμβικές κριτικές του βιβλίου το 2004, η εφημερίδα Times του Λονδίνου έγραψε ότι «δεν υπάρχει ούτε μία σελίδα χωρίς κάτι αξιομνημόνευτο!» και αυτό δεν συνιστά υπερβολή. Αποτυπώνοντας πλήρως την αδίστακτη τελειομανία της δεκαετίας του ’80 στη Θατσερική Αγγλία, το βραβευμένο βιβλίο του Άλαν Χόλινγκχερστ λειτουργεί σαν μία πρωτότυπη τομή ανάμεσα στο χιούμορ του Νικ Χόρνμπι και την ρυθμική πρόζα του Μπρετ Ίστον Έλις. Ο ήρωάς του, ο ανασφαλής αλλά και φιλόδοξος νεαρός Νικ Γκεστ, έρχεται σε σύγκρουση με τις ίδιες τις επιθυμίες του αλλά και έναν κόσμο τον οποίο αποζητά, ενώ σταδιακά καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτόν.

0

Ο δολοφόνος μέσα μου



It's always lightest just before the dark

Ο Jim Thompson γεννήθηκε το 1906 στην Οκλαχόμα και ταυτίστηκε όσο λίγοι με τις έννοιες “hard-boiled” και “noir”, καθώς με συνέπεια επί σειρά δεκαετιών, όχι μόνον υπηρέτησε με τα βιβλία του (περισσότερες από 30 νουβέλες και αμέτρητα διηγήματα σε περιοδικά) το είδος, αλλά έζησε βυθισμένος στο ίδιο ζοφερό περιβάλλον με αυτά των αντι-ηρώων του. Δηλωμένος κομμουνιστής σε μια εποχή που κάτι τέτοιο στην Αμερική ισοδυναμούσε με καλλιτεχνική καταδίκη, αλκοολικός, από φτωχή οικογένεια και θύμα της Μεγάλης Ύφεσης, πέρασε τα πρώτα 40 χρόνια της ζωής του πλήρως εξοικειωμένος με την έννοια της αποτυχίας. Όταν όμως στα μέσα της δεκαετία του ’40 μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο, η τύχη άρχισε δειλά-δειλά να του χαμογελάει. Τα πάντα άλλαξαν το 1952, όταν το τέταρτο μυθιστόρημά του, με τίτλο “Ο Δολοφόνος Μέσα Μου” προκάλεσε τεράστια αίσθηση καθώς ήταν το πρώτο, στην ιστορία του crime fiction, που έβαζε τον αναγνώστη να παρακολουθεί την πλοκή μέσα από τα μάτια του ίδιου του Δολοφόνου, και, εν προκειμένω, ενός ψυχασθενούς δολοφόνου: O Λου Φορντ, ένας βοηθός σερίφη σε μία μικρή πόλη του Τέξας, είναι συμπαθής στην τοπική κοινότητα αν και γενικά περνά απαρατήρητος ως προσωπικότητα ήπιων τόνων. Αυτό που δεν είναι εμφανές στους συντοπίτες του, όμως, αποκαλύπτεται γρήγορα στον αναγνώστη, που διαβάζοντας τις ενδόμυχες σκέψεις, τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του Φορντ, αλλά και λεπτομέρειες γι αυτό που ο ίδιος ο δολοφόνος αποκαλεί «ασθένεια», καταλαβαίνει ότι το κακό και το σκοτάδι παραμονεύουν κάθε φορά που κλείνει η πόρτα, χαμηλώνουν τα φώτα και ο τελευταίος έχει ελεύθερο πεδίο δράσης… Χρόνια προτού η Αμερική συγκλονιστεί από τη φρικαλέα δράση του Ted Bundy, του John Wayne Gacy, του Patrick Kearney, του Caroll Cole, του Son Of Sam, του Zodiac, του Charles Manson και των άλλων «περιβόητων» δολοφόνων που ανάγκασαν το FBI να καθιερώσει τον ψυχολογικό όρο “serial killer” και δεκαετίες προτού ο Bret Easton Ellis επιχειρήσει κάτι ανάλογο στο επίσης ανατρεπτικό “American Psycho”, o Jim Thompson άφησε άφωνους τους κριτικούς και σόκαρε το κοινό, καταθέτοντας παράλληλα και διαπιστευτήρια σπουδαίου συγγραφέα. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Thompson καθιερώθηκε και ως μυθιστορηματογράφος και ως σεναριογράφος για το Χόλυγουντ, το οποίο συχνά ανέτρεχε στα βιβλία του αναζητώντας έμπνευση. Δύο από τα βιβλία του, το “The Getaway” και το “Killer Inside Me” μεταφέρθηκαν δύο φορές στον κινηματογράφο – δυστυχώς για το δεύτερο, ποτέ το αποτέλεσμα δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων: τόσο η πρώτη ταινία του 1976 με τον Stacy Keach έξω από τα νερά του, όσο και η πιο πρόσφατη προσπάθεια του σκηνοθέτη Michael Winterbottom το 2010 δεν κατάφεραν να σεβαστούν το ύφος του πρωτότυπου κειμένου: κάποιοι ισχυρίζονται ότι το βιβλίο είναι τόσο ιδιαίτερα καλό που είναι απλά αδύνατον να κινηματογραφηθεί. Διαβάζοντάς το σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια μετά τη συγγραφή του, και 43 μετά το θάνατο του Thompson, δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει.

0

Ο νόμος της μαφίας



Don't mess with the Don

Γραμμένο το 1951, το Horns For The Devil, όπως ήταν ο πρωτότυπος τίτλος (στην πάροδο των ετών εμφανίστηκε με την παραλλαγή Shadow Of The Mafia), είναι ένα noir αριστούργημα που δεν επαναλαμβάνει κλισέ, αλλά αξιοποιεί τα βασικά συστατικά του είδους που αργότερα, στα λάθος χέρια, ενδεχομένως κατάντησαν γραφικές μανιέρες. Από την πένα του Louis Malley, όμως, όλα όσα χαρακτηρίζουν το noir παρουσιάζονται στην καλύτερη δυνατή τους μορφή: ο νεαρός εγκληματίας που ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά της ιεραρχίας στη νεοϋορκέζικο υπόκοσμο. Τα παράνομα και καπνισμένα καταγώγια. Ο τζόγος και τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του. Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί. Οι διεστραμμένοι celebrities. Οι «πληρωμένοι» δικαστές. Οι μοιραίες γυναίκες. Οι άγραφοι νόμοι της Ιταλιάνικης Μαφίας… Ο Malley καταφέρνει και αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο τους κανόνες με τους οποίους λειτουργούσε το οργανωμένο έγκλημα, όταν ακόμα αυτοί δεν ήταν γνωστοί παρά μόνον στους πιο δραστήριους γκάγκστερ. Καθόλου τυχαία, ο Mario Puzo επηρεάστηκε από αυτό για να γράψει το 1969 τον περίφημο «Νονό», ενώ το βιβλίο εκτιμήθηκε εκ νέου το 1963, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία του Αμερικανικού Κογκρέσου ένας επώνυμος επαγγελματίας “εκτελεστής”, ο Joe Valachi εμφανίστηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης και κατέθεσε ανήκουστες, μέχρι τότε, λεπτομέρειες για τα συμβόλαια θανάτου και τον τρόπο. Ο Malley τα είχε καταγράψει όλα αυτά σχεδόν 15 χρόνια νωρίτερα – τότε όμως οι αναγνώστες δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως οι καταγραφές ήταν ρεαλιστικές και όχι φανταστικές! Το 1952, ο πλέον έγκριτος ευρωπαϊκός οίκος Gallimard το μετέφρασε και το έβγαλε στην γαλλική αγορά, με διθυραμβικά αποτελέσματα: υψηλές πωλήσεις, διακρίσεις, βραβεία και, ασφαλώς, μία ολόκληρη γενιά από νεαρούς Γάλλους neo-noir συγγραφείς που κρατούσε σημειώσεις… Σήμερα, το βιβλίο παραμένει φρέσκο και συναρπαστικό – αδιαμφισβήτητα η κορυφαία στιγμή στη σύντομη συγγραφική καριέρα (μόλις τέσσερις τίτλοι) του Louis Malley που, έχοντας μεγαλώσει στους κακόφημους δρόμους του Μανχάταν, έχοντας εργαστεί ως πορτιέρης σε νυχτερινά clubs και έχοντας παρατηρήσει από κοντά όλα εκείνα που ενέπνευσαν τους ήρωες των βιβλίων του, έκανε την απόλυτη επαγγελματική στροφή στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 και έγινε επαγγελματίας συγγραφέας πολιτικών λόγων με μοναδικό κριτήριο, όχι τις πολιτικές πεποιθήσεις κάθε ενδιαφερόμενου, αλλά το ύψος της επιταγής που συνόδευε την… παραγγελία! Σε «staccato» μετάφραση του Τζίμμυ Κορίνη, το βιβλίο δεν είχε εκδοθεί ποτέ ξανά στα ελληνικά ενώ, όλως παραδόξως, είναι αυτή τη στιγμή κατηργημένο και στις αγορές της Αμερικής και της Αγγλίας: η έκδοση αυτή, λοιπόν, είναι μία… παγκόσμια αποκλειστικότητα της σειράς NOIR των εκδόσεων Public Βιβλιοθήκη μόνον για Ελλάδα! Απίστευτο κι όμως αληθινό...

0

Δράκουλας



"Ακούστε τα παιδιά της νύχτας... τι γλυκιά μουσική που βγάζουν..."

Τι είναι τελικά, ο «Δράκουλας»; Είναι μια ιστορία βασισμένη σε μύθους των Βαλκανίων του 18ου αιώνα αλλά και ιστορίες της ρουμανικής παράδοσης του 15ου αιώνα; Είναι η απόλυτη μορφή της γοτθικής κουλτούρας; Είναι, μήπως, ένα διαχρονικό σύμβολο της αθανασίας, έναντι του βαρύτερου τιμήματος που θα μπορούσε να καταβάλλει άνθρωπος; Ή τελικά όλα αυτά είναι παραλλαγές του ίδιου θέματος και έχουμε να κάνουμε, απλά, με μία ιστορία μυθοπλασίας ενός Ιρλανδού συγγραφέα που δεν κατάφερε ποτέ ξανά, πριν ή μετά το συγκεκριμένο έργο, να αγγίξει τέτοια επίπεδα έμπνευσης; Ο «Δράκουλας» είναι όλα τα παραπάνω – αλλά στην πάροδο του χρόνου έγινε και πολλά περισσότερα. Αλλιώς δεν θα είχε καταφέρει να επιβιώσει τόσους αιώνες και να παραμένει το ίδιο υποβλητικός. Να έχει γίνει βαμπίρ, νυχτερίδα, αιμοδιψής, βασανισμένος, εκδικητικός, ασυγκράτητος, ρομαντικός, γοητευτικός. Να έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη περισσότερες φορές από κάθε άλλη φιγούρα τρόμου; Να έχει καταλήξει εξώφυλλο δίσκου σε rock/metal groups, κουκλάκι funko pop, video game, flipper, θεατρική παράσταση. Να έχει γίνει ταινία τρόμου με τον Μπέλα Λουγκόζι, παρωδία με τον Έντι Μέρφι, ροκ όπερα με την Aaliyah, ελληνική κωμωδία με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, εφηβικό φαινόμενο με το “Twilight” και φυσικά… απέθαντο σημείο αναφοράς για όλη την gothic σκηνή. Στην καλύτερη έκδοση που έχει κυκλοφορήσει ποτέ στα ελληνικά χρονικά, με την μοναδική εικονογράφηση του Λουίς Σκαφάτι, ο «Δράκουλας» του Μπραμ Στόκερ, συστήνεται εκ νέου στο αναγνωστικό κοινό. Μιλάμε για έναν τίτλο που δεν πρόκειται ποτέ να χάσει τη διαχρονική αξία του, ακριβώς λόγω των αμφίσημων μηνυμάτων του: είτε ως κραυγή αγωνίας του ανθρώπου στο Δημιουργό του και το απρόβλεπτο της ζωής, είτε ως ανδρική φαντασίωση που έχασε τον έλεγχο, είτε ως ύμνος στον έρωτα που σε σημαδεύει για πάντα, είτε ως φόρος τιμής στα «παιδιά της νύχτας και τη μουσική τους» είτε ως ρομαντική βιογραφία ενός ήρωα που είναι πρόθυμος να διασχίσει ωκεανούς χρόνου, προκειμένου να βρει το συναισθηματικό απάγκιό του, ο «Δράκουλας» είναι ένα βιβλίο που προκαλεί συγκίνηση, ανατριχίλα αλλά και δέος, πολύ συχνά και τα τρία στην ίδια σελίδα. Γιατί σε αυτό το βιβλίο βρίσκει κανείς ό,τι και στην αληθινή ζωή: το φως & το σκοτάδι, σε διαρκείς εναλλαγές. Η συγκεκριμένη, ασφαλώς, hardback έκδοση αγγίζει τα όρια του χειροποίητου. Το εξώφυλλο είναι τυπωμένο με την τεχνική της μεταξοτυπίας, τεχνική που εφαρμόζεται σε πολύ μικρά τιράζ και για καθαρά καλλιτεχνικές δουλειές και όχι βιβλία ευρείας παραγωγής. Η μεταξοτυπία είναι ο πλέον καλλιτεχνικός (και ακριβός) τρόπος εκτύπωσης γιατί για κάθε χρώμα δημιουργείται ειδικό τελάρο και η εκτύπωση γίνεται ανά εξώφυλλο και όχι μαζικά. Πρέπει να το… κρατήσει κάποιος στα χέρια του για να το εκτιμήσει απόλυτα!

0

Όταν σκοτώσουν τα κοτσύφια



τώρα και σε -υπέροχο- graphic novel

Από τις περιπτώσεις που πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω να γραφτεί για ένα βιβλίο, το «Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια» της Harper Lee κυκλοφόρησε το 1960, όταν η συγγραφέας ήταν ήδη 34 ετών και χωρίς καμία προγενέστερη συγγραφική κατάθεση – ή και μεταγενέστερη, καθώς χρειάστηκε να περάσουν 55 ολόκληρα χρόνια μέχρι να εμφανιστεί η υπογραφή της σε ένα δεύτερο βιβλίο, το “Βάλε Ένα Φύλακα”, που και αυτό, εντούτοις, μοιάζει πιο πολύ ως επίμετρο του πρώτου της αριστουργήματος παρά ένα πρωτότυπο έργο. Τι είναι λοιπόν αυτό που έκανε το «Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια» να χαρακτηριστεί σχεδόν αμέσως «κλασικό», να βραβευτεί με Πούλιτζερ ένα χρόνο αργότερα, να γίνει Οσκαρική ταινία το 1962 και να οδηγήσει τη συγγραφέα του σε τρεις τιμητικές διακρίσεις από τρεις (!!!) Αμερικανούς Προέδρους (Τζόνσον-Μπους-Ομπάμα) για την προσφορά της στη Λογοτεχνία; Ο βασικός λόγος, πέρα του ότι είναι υποδειγματικά γραμμένο, από λογοτεχνικής πλευράς, είναι η διαχρονικότητά του, καθώς καταγράφει την σκληρή πραγματικότητα κατά τη διάρκεια μίας μάλλον τυπικής τριετίας της δεκαετίας του ’30 στον Αμερικανικό Νότο, αλλά μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού: η παιδική αθωότητα, η σωστή ανθρώπινη κρίση, το μεγαλείο της ηθικής ακεραιότητας, ο αγώνας κατά του κακού, η αδικία ως νομοτελειακή αδυναμία του δικαστικού συστήματος, αλλά και η Λύτρωση που επικρατεί, όταν εδραιώνεται η πεποίθηση ότι το Καλό στο τέλος κυριαρχεί, είναι τα θέματα που πραγματεύεται η Χάρπερ, χωρίς ίχνος διδακτικής διάθεσης. O χαρακτήρας του πατέρα Άτικους Φιντς, δικηγόρου που αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός αδίκως κατηγορούμενου για βιασμό Αφροαμερικανού, παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για το τι σημαίνει να είναι ένας πολίτης ηθικός στη δυτική κοινωνία, ενώ σε πολλές Νομικές σχολές στην Αμερική για χρόνια μνημονευόταν ως παράδειγμα προς μίμηση για κάθε φέρελπι δικηγόρο. Καθόλου τυχαία έδωσε και το Όσκαρ στον Γκρέγκορυ Πεκ στην περίφημη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου. Ίσως είναι απόλυτα λογικό το γεγονός ότι η Harper Lee πρακτικά αποσύρθηκε από την ενεργό δράση αμέσως μετά την επιτυχία του ντεμπούτου της: ζούσε λακωνικά, μακριά από το φως των προβολέων, χωρίς κοινωνικές εξόδους, με μία σταθερή αδυναμία στο αλκοόλ και με άσβεστη αγάπη για τον καρδιακό φίλο της Truman Capote, τον οποίο και βοήθησε καταλυτικά στην έρευνά του για το δικό του αριστούργημα, «Εν Ψυχρώ». Δεν έδινε σχεδόν ποτέ συνεντεύξεις, αλλά, καθαρά ως αναγνώστρια, διάβαζε διαρκώς βιβλία τρίτων (η πρώτη της δουλειά πριν την επιτυχία ήταν πωλήτρια σε βιβλιοπωλείο) και μέχρι το θάνατό της το 2016 επέμενε ότι οι άνθρωποι πρέπει να κρατάνε κάθε μέρα ένα βιβλίο στα χέρια τους έστω για λίγο. Για πρώτη φορά σε έκδοση graphic novel, που διατηρεί αναλλοίωτη όλη τη μαγεία του πρωτότυπου αλλά, χάρη στις υπέροχες εικονογραφήσεις του Βρετανού Fred Fordham, υπογραμμίζει το χιούμορ και την τρυφερότητα μίας ιστορίας που δεν θα σταματήσει ποτέ να μαγεύει κάθε νέο αναγνώστη, το «Όταν Σκοτώνουν Τα Κοτσύφια» δεν εκμοντερνίζεται, καθώς δεν είχε ανάγκη κάτι τέτοιο, παρά φοράει έναν διαφορετικό μανδύα προκειμένου να αφηγηθεί εκ νέου τις βασικές ανθρώπινες αξίες.

0

To Zεν και η τέχνη συντήρησης της μοτοσικλέτας



το μοναδικό βιβλίο φιλοσοφίας του τελευταίου αιώνα που χρειάζεσαι;

Δύσκολα μπορεί κανείς να συναντήσει τις λέξεις «φιλόσοφος» και «μοτοσικλετιστής» δίπλα-δίπλα στο ίδιο βιογραφικό, αλλά στην περίπτωση του Robert M. Pirsig αυτό σίγουρα δεν είναι το μόνο παράδοξο και αντισυμβατικό! Γεννήθηκε το 1928 στη Μινεσότα και όταν, σε ηλικία επτά ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να μετρήσουν επίσημα τον δείκτη ευφυΐας του, το τελικό αποτέλεσμα (ΙQ: 170) απλώς πιστοποίησε αυτό που ήταν φανερό σε όλους: ο Robert δεν ήταν ένα συνηθισμένο παιδί. Όπως όλοι οι χαρισματικοί άνθρωποι, έτσι κι εκείνος έκανε πολλά έως και αλλοπρόσαλλα πράγματα: ξεκίνησε με σπουδές βιοχημείας, τον κέρδισε η φιλοσοφία, κατετάγη στον αμερικανικό στρατό, υπηρέτησε στην Κορέα, έκανε μεταπτυχιακό στις ανατολικές φιλοσοφίες και ολοκλήρωσε master στη δημοσιογραφία! Από το 1961 έως το 1963 μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές, διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, ακολούθησε θεραπείες ηλεκτροσόκ, παντρεύτηκε, απέκτησε δύο γιους, χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε, απέκτησε μία κόρη και πέθανε το 2017, προλαβαίνοντας να δει και δύο δισέγγονα. Στο μεταξύ, σ’ αυτή την ταραχώδη και συχνά βασανισμένη ζωή, πέρα από τη φιλοσοφική κληρονομιά που άφησε πίσω του, αφού πρακτικά θέσπισε τον όρο «Μεταφυσική της Ποιότητας» (Metaphysics of Quality), έγραψε και ένα αριστουργηματικό βιβλίο με τον περίεργο και σίγουρα παραπλανητικό τίτλο Το Ζεν και η τέχνη συντήρησης της μοτοσικλέτας – καθόλου τυχαία, απορρίφθηκε από…126 εκδότες, πριν τελικά εκδοθεί το 1974 και εκπλήξει τους πάντες, ξεπερνώντας τάχιστα τα 5 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις και κάνοντας τους κριτικούς να παραμιλούν, επιχειρώντας συγκρίσεις με ονόματα όπως οι Χέρμαν Μέλβιλ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Μαρσέλ Προυστ, Πλάτωνας κ.α. Έμπνευση για όλο αυτό στάθηκαν τρεις εβδομάδες του 1968, κατά τις οποίες ο Pirsig και ο 12χρονος γιος του Κρις (που βρήκε τραγικό θάνατο το 1979, όταν μαχαιρώθηκε σε μια ληστεία στο Σαν Φρανσίσκο ευρισκόμενος στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή), ξεχύθηκαν σ’ ένα οδοιπορικό από τη Μινεσότα ως τη Βόρεια Καλιφόρνια. Όταν επέστρεψε απ’ αυτή την εμπειρία, ενθουσιασμένος, πέρασε μια τετραετία γράφοντας κάθε πρωί, από τις δύο μετά τα μεσάνυχτα μέχρι τις έξι που ετοιμαζόταν για να πάει στη δουλειά του, όλα όσα είχε βιώσει ή είχε σκεφτεί σ’ εκείνο το ταξίδι: παρόλο που είναι σχεδόν αδύνατον να συμπυκνώσει κανείς όλα τα υψηλά νοήματα του βιβλίου σε λίγες λέξεις, υπάρχει μια διαλεκτική «σύγκρουση» ανάμεσα στις κλασικές αξίες που οδηγούν τον άνθρωπο στο να δημιουργήσει μια μηχανή -εν προκειμένω μοτοσικλέτα, ως σύμβολο και ελευθερίας αλλά και εναλλακτικού μεταφορικού μέσου έναντι της προφανούς επιλογής του αυτοκινήτου, που δεν επιτρέπει στον οδηγό/επιβάτη να γίνει μέρος του τοπίου- και στις ρομαντικές αξίες, που μας υπενθυμίζονται με μια ανέμελη διαδρομή σ’ έναν μακρύ επαρχιακό δρόμο. Από τη μία, λοιπόν, η μοτοσικλέτα ως τεχνολογικό επίτευγμα της Δυτικής Βιομηχανίας και απ’ την άλλη μέσο εσωτερικής εξερεύνησης των αξιών που φωτίζουν χωρίς διακοπή τη ζωή του ανθρώπου από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων μέχρι και το 1968, το 1974, αλλά και το 2020 και, σίγουρα, το 2074… Θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί το πιο εμπορικό φιλοσοφικό βιβλίο όλων των εποχών – αλλά δεν είναι απλά ένα φιλοσοφικό βιβλίο, όπως δεν είναι ούτε ένας ταξιδιωτικός οδηγός και, ασφαλώς, δεν είναι ένα βιβλίο για μοτοσυκλέτες! Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα έβρισκε τόσο φανατικό κοινό, ειδικά από τη στιγμή που, όπως είχε πει, «ούτε με το ζεν έχει σχέση, όπως το αντιλαμβάνονται οι βουδιστές, ούτε, έχει και ουσιαστικές συμβουλές για τη συντήρηση μιας μοτοσυκλέτας». Ποτέ άλλοτε ένα βιβλίο τόσο ασυνεπές με τον τίτλο του δεν έχει συμπεριλάβει τόσο υψηλά νοήματα που αφορούν τους πάντες, ακόμα και αν δεν έχουν οδηγήσει ούτε ποδήλατο στη ζωή τους! Η συγκεκριμένη, νομίζω, έκδοση, από τη σειρά PUBLIC CLASSICS, που κυκλοφόρησε το 2020, είναι η πιο φροντισμένη έκδοση που έχει γίνει ποτέ, σε νέα μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά, με ένα, αριστουργηματικό, πραγματικά, έργο Τέχνης στο εξώφυλλο: τον πανέμορφο πίνακα «Μοτοσυκλετιστής» (1978) του κορυφαίου Έλληνα ζωγράφου Δημήτρη Μυταρά (1934-2017). Διαβάστε το, ακόμα και αν δεν σας αρέσουν... ούτε τα πατίνια!!!

1

The Big Sleep



Αρχετυπικό noir

Όχι το καλύτερο, αλλά ίσως το πιο γνωστό και επιτυχημένο βιβλίο του Raymond Chandler, γεγονός στο οποίο βοήθησε και η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά με το δίδυμο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ-Λορίν Μπακόλ να συναντιέται για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη. Έχει όλα τα στοιχεία που διακρίνουν ένα νουάρ μυθιστόρημα: μοναχικός ιδιωτικός ντετέκτιβ (ο περίφημος Φίλιπ Μάρλοου), μία μοιραία γυναίκα και η πιο αθώα αδερφή της, και οι δύο σαγηνευτικές, ένας πλούσιος πατριάρχης που κρύβει κάτι, αδίστακτοι κακοποιοί, κύκλωμα πορνογραφίας και... κάποια στιγμή η πλοκή δεν βγάζει τόσο νόημα, αλλά είναι τόσο συναρπαστική η γραφή του Τσάντλερ, τόσο στιλάτες οι περιγραφές του και τόσο γοητευτική η ατμόσφαιρα που δημιουργεί που αυτό στο τέλος δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Διαβάζεται ακόμα καλύτερα συνοδεία ενός old fashioned και jazz μουσικής των late 40s...

0