Reviews

55

Followers

2

Following

0

Βιβλία

1

Reviews

55

Followers

2

Following

0

Αγαπημένα βιβλία

1

Reviews

Η υπέροχη γυναίκα μου



Πρωτότυπο και απολαυστικό!

Η ιστορία τους είναι απλή. Γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν δυο παιδιά. Μια ιστορία όπως εκατομμυρίων άλλων ζευγαριών στον κόσμο. Μέχρι που βαρέθηκαν, το γάμο, τη ζωή τους, ο ένας τον άλλο; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αποφάσισαν να βρουν μια κοινή απασχόληση, ένα χόμπι που θα κρατήσει ζωντανό το γάμο τους. Ποιο είναι το χόμπι αυτό; Μα να παγιδεύουν, να βασανίζουν και να σκοτώνουν ανυποψίαστες γυναίκες! Όσο ανατριχιαστικό κι αν ακούγεται αυτό, είναι η ιστορία που πραγματεύεται στο «Η υπέροχη γυναίκα μου» η Samantha Downing. Μια ιστορία που με έκανε να βλέπω τους γείτονές μου με άλλο μάτι. Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται με τη «φωνή» του συζύγου, του οποίου το αληθινό όνομα δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Μας εξιστορεί βήμα-βήμα το πώς η σύζυγός του Millicent κι ο ίδιος γνωρίστηκαν και πώς η σχέση τους εξελίχθηκε από κοινότυπος συζυγικός βίος, σε ένα δολοφονικό παιχνίδι. Η πλοκή άκρως ανατρεπτική και γεμάτη συναρπαστικές σκηνές. Η αγωνία βαράει τα κόκκινα. Ο χαρακτήρες καλοσχεδιασμένοι, ευφυείς, χειριστικοί, σκοτεινοί κι αρκούντως ενοχλητικοί. Όλα εκείνα τα στοιχεία δηλαδή που χαρακτηρίζουν ένα πετυχημένο ψυχολογικό θρίλερ. Αν και η γραφή της είναι ακόμη ανώριμη κι απλοϊκή, η συγγραφέας έχει κάνει μια αξιόλογη δουλειά, η οποία ξεναγεί το μυαλό του αναγνώστη στην τρέλα μιας διαφορετικής αγάπης. Μια άγρια βόλτα στον ψυχισμό των ηρώων, με μικρά και μεγάλα μυστικά και σε ένα τέλος που δεν το είδα ποτέ να έρχεται. Η Downing επέλεξε ένα σκοτεινό και μακάβριο θέμα και κατάφερε να το μετατρέψει σε μια απολαυστική ιστορία, χωρίς να επικεντρωθεί σε τρομακτικές και φρικιαστικές λεπτομέρειες, τις οποίες όμως αφήνει να εννοηθούν. Τα κεφάλαια μικρά και περιεκτικά, έκλειναν τα περισσότερα σε ένα μικρό cliffhanger, αφήνοντας ερωτήματα τα οποία δε θα απαντηθούν παρά αρκετά κεφάλαια πιο κάτω. Έξυπνο, έντονο, σκοτεινό, περίπλοκο αλλά σίγουρα πρωτότυπο και συναρπαστικό, το «Η υπέροχη γυναίκα μου» είναι ότι χρειάζεστε αυτό το καλοκαίρι για να περάσετε καλά! Σας το προτείνω. Καλές αναγνώσεις!

0

Ένα φέρετρο για τη Σοφία



Μια υπέροχη συγγραφική κοινοπραξία

Σε έναν από τους περιπάτους μου στην Πάρνηθα, είχα ένα αναπάντεχο συναπάντημα. Ξεχασμένο πάνω σε ένα βράχο, ήταν ένα βιβλιαράκι των εκδόσεων Άγρα! Το «Ένα φέρετρο για τη Σοφία». Δεν το γνώριζα, όπως δε γνώριζα και τους δυο δημιουργούς του. Θεώρησα λοιπόν «σημάδι», την εύρεσή του στη μέση του πουθενά και μάλιστα σε άψογη κατάσταση, οπότε αποφάσισα ότι ΠΡΕΠΕΙ, να το διαβάσω. Έτσι κι έκανα. Ο Φίλιππος Φιλίππου σε άρθρο του στο ΒΗΜΑ αναφέρει για το βιβλίο: «Ένα υβρίδιο για μια ληστεία. Ένα ελληνικό μυστήριο με διεθνείς προεκτάσεις και πολλές λογοτεχνικές αναφορές που κλείνει ταυτόχρονα το μάτι στην παρωδία του είδους». Πραγματικά δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Το «Ένα φέρετρο για τη Σόφια» είναι ένα σύγχρονο νουάρ με εσάνς παλιομοδίτικου. Με πρισματικές λήψεις των σκηνών, από διαφορετικές… κάμερες, οι δυο λογοτέχνες μας προσφέρουν μια απολαυστική νουβέλα, που ενώ εκτυλίσσεται σε κοσμοπολίτικο φόντο, εν τούτοις αφήνει να αιωρείται η αίσθηση του σκοτεινού και του υποχθόνιου. Με μια πληθώρα τυπικών νουάρ χαρακτήρων όπως ληστές κοσμημάτων, διεφθαρμένοι δικηγόροι, γυναίκες αράχνες, αδέκαστοι και σκληροτράχηλοι μπάτσοι, τυχοδιώκτες κτλ, το «Ένα φέρετρο για τη Σοφία», προσφέρει μια ξεχωριστή πλοκή, που ενώ κατά βάση τηρεί τους κανόνες του κλασικού νουάρ, βαδίζει στους δρόμους του σήμερα, προσφέροντας στον αναγνώστη τη δέουσα σκοτεινή και μυστηριώδη ατμόσφαιρα που αναζητά στα βιβλία του είδους αυτού. Ο ρυθμός της αφήγησης είναι καταιγιστικός, με τις εικόνες να εναλλάσσονται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, απορροφά τον αναγνώστη. Η γραφή είναι μεστή και σφριγηλή και οι διάλογοι στακάτοι κι ατακαδόρικοι. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου υπάρχει γλωσσάρι με όλα εκείνα τα «καλούδια» που χρησιμοποιήθηκαν για τον εμπλουτισμό του κειμένου όπως τίτλοι τραγουδιών, τοπωνυμία, πρόσωπα, τίτλοι βιβλίων, λέξεις της αργκό, κτλ. Θα παρατηρήσατε ίσως ότι κάθε φορά που αναφέρω τον τίτλο, μεταφέρω τον τόνο, πότε στο ο και πότε στο ι. Σοφία/Σόφια. Δεν είναι τυχαίο και δεν είναι λάθος. Είναι σκόπιμο κι αν το διαβάσετε θα καταλάβετε γιατί. Συνοπτικό, με μόλις 170 σελίδες, το «Ένα φέρετρο για τη Σόφια» είναι μια υπέροχη συγγραφική κοινοπραξία. Ένα μικρό διαμαντάκι, σαν κι αυτά που αναφέρονται στις σελίδες του. Αν σας αρέσει η ελληνική νουάρ λογοτεχνία, θεωρώ ότι δεν πρέπει να το χάσετε! Καλές αναγνώσεις!

0

Η ομολογία



Μια συνταρακτική ιστορία βασισμένη σε πραγματικές δικαστικές υποθέσεις

Ένας αθώος άνθρωπος κατηγορείται για τη δολοφονία μιας νεαρής. Δικάζεται και καταδικάζεται. Ποινή; Θάνατος με ένεση! Πόσο φρικτό ακούγεται αυτό; Πόσο απάνθρωπο ε; Κι αν συμπληρώσω ότι ο κατηγορούμενος ήταν μαύρος σε μια πολιτεία που έχει αλλεργία στο βαθύ φιμέ; Τι θα σας κάνει να σκεφτείτε αυτό; Κι αν τέλος προσθέσω ότι πριν θανατωθεί ο κατηγορούμενος, ο αληθινός δολοφόνος είχε ομολογήσει αλλά δεν τον άκουσε κανείς; Αυτό, πόσο φρικτό είναι; Πόσο; Αν ρωτάτε εμένα, ούτε καν να το διανοηθώ μπορώ. Όπως καταλάβατε λοιπόν, η θανατική ποινή είναι το θέμα που πραγματεύεται στην «Ομολογία» του ο John Grisham. Ένα πολύ ιδιαίτερο και θλιβερό θέμα. Μια ιστορία που κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής της, ένοιωσα να περνώ από δεκάδες ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις: Θυμό, αγωνία, απόγνωση, στεναχώρια, άγχος, φρίκη, φόβο, αδικία, λαχτάρα, δικαίωση, στοργή και τρυφερότητα. Πρέπει να ομολογήσω πως δεν είναι σίγουρα το καλύτερο μυθιστόρημα του Γκρίσαμ, τον οποίο υπεραγαπάω. Ένοιωσα ότι μου έλειψαν τα βασικά συστατικά για ένα επιτυχημένο δικαστικό δράμα. Βασικά δεν είναι τόσο μυθιστόρημα όσο μια πραγματεία κατά της θανατικής ποινής κι ιδιαίτερα κατά του ποινικού συστήματος της πολιτείας του Τέξας, στα όρια της οποίας εκτυλίσσεται η ιστορία. Ωστόσο διαβάζοντάς, γέμισα συναισθήματα, τις περισσότερες φορές αντιφατικά μεταξύ τους. Και συμφωνώ σε πολλά σημεία με το συγγραφέα, μιας και για μένα η θανατική ποινή είναι η πιο «άκυρη τιμωρία». Δεν αποθαρρύνει τους εγκληματίες. Δεν τους σταματά πριν προχωρήσουν στην αποτρόπαιη πράξη τους ούτε και διορθώνει κάτι αφού πραγματοποιήσουν το έγκλημα. Οι νεκροί δε θα ζωντανέψουν. Οι βιασμένοι δε θα αποκτήσουν ξανά τη χαμένη τους αθωότητα. Κι οι βασανισμένοι δε θα ξεχάσουν τον πόνο και τις φρικαλεότητες που έζησαν. Τέλος τα θύματα, νεκρά ή ζωντανά, δε θα δικαιωθούν. Όλοι οι εγκληματίες πιστεύουν ότι κάνουν το τέλειο έγκλημα. Σωστά; Ότι θα ξεφύγουν και θα γλιτώσουν το τιποτένιο τομάρι τους, έτσι δεν είναι; Όχι, η θανατική ποινή δεν είναι τιμωρία. Δεν είναι πράξη αποκατάστασης της δικαιοσύνης. Είναι πράξη εκδίκησης. Είναι η διέξοδος για αυτούς που μένουν πίσω, να μεταβιβάσουν την οδύνη και το μίσος σε κάποιο πρόσωπο. Είναι ο εύκολος τρόπος για να ξεφορτωθεί η πολιτεία το πρόβλημα. Ο εύκολος τρόπος οι Πολιτικοί να συνεχίσουν να είναι αρεστοί στους ψηφοφόρους τους για να τους ψηφίσουν ακόμη μια φορά. Ο εύκολος τρόπος… πόσο εύκολος όμως; Ιδίως όταν θανατώνονται αθώοι ελλείψει στοιχείων κι αποδείξεων ή άλλοθι και για λόγους συμφέροντος και βολής. «Η ομολογία» είναι μια δυνατή ιστορία φυλετικού μίσους κι εκδίκησης. Ένας κόλαφος κατά του ρατσισμού και της αδικίας. Με τα όποια ελαττώματα μπορεί να έχει, αξίζει να διαβαστεί. Το βιβλίο έχει εξαντληθεί από τις εκδόσεις αλλά το βρίσκετε εύκολα στα βιβλιοπαλαιοπωλεία και στις βιβλιομάδες του facebook. Καλές αναγνώσεις!

0

Ο θάνατος του Οδυσσέα



Το λάτρεψα!

Αν κάτι κάνει τη δουλειά του Δημήτρη Σίμου να ξεχωρίζει, αυτό είναι η εξέλιξή της. Από το πρώτο βιβλίο «Τα βατράχια», μέχρι και το τελευταίο του «Ο θάνατος του Οδυσσέα», ο Δημήτρης έρχεται σε κόντρα με τον ίδιο του τον εαυτό και μαντέψτε… βγαίνει πάντα νικητής! Σε αυτή την τέταρτη περιπέτεια του αστυνόμου Καπετάνου, είναι εμφανής η συγγραφική ωριμότητα του Σίμου. Πλούσιο, μεστό, καλογραμμένο κι απόλυτα ισορροπημένο, «Ο θάνατος του Οδυσσέα», είναι αυτό ακριβώς που θέλει να διαβάσει ένας λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας. Με σφριγηλή και ανατρεπτική πλοκή, που δεν κάνει «κοιλιές» αλλά ούτε «μπάζει» από πουθενά και ήρωες τόσο ρεαλιστικούς και οικείους που τους νιώθεις δικούς σου. Η Μινιόν, ο Ορέστης, ο Βαμβακάς… Συνάδελφοι, φίλοι, αδελφοί… Χωρίς αυτούς δε θα υπήρχε ιστορία κι ο Καπετάνος θα κολυμπούσε στα «σκοτεινά νερά» της μοναξιά του. Γι’ αυτό κι όταν συμβαίνει το απροσδόκητο η έκπληξη είναι μεγάλη. Η μεγαλύτερη ανατροπή ίσως, απ’ όλες. «Ο θάνατος του Οδυσσέα φτάνει στο τέλος του με έναν θρήνο. Μύθοι, δράματα, θλίψη, χαρά, μια απεικόνιση της ίδιας της ζωής. Τα «σκοτεινά νερά» σημάδεψαν τον πυρήνα των ιστοριών του αστυνόμου Καπετάνου, με έναν τρόπο που μόνο η απώλεια ξέρει να γεννά. Ένα τέλος για μια αρχή. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώθηκε και το χτύπημα σε μια σκοτεινή πόρτα που άνοιξε μπροστά μας.», αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στις ευχαριστίες. Ένα τέλος για μια αρχή… «Το παρελθόν, συχνά χάνεται στη λήθη και άπαξ και συμβεί, το παρόν διαταράσσεται σε μόνιμη βάση.» Με φόντο την Ελλάδα του μνημονίου, της οικονομικής κρίσης και του επικείμενου Grexit, η ιστορία εκτυλίσσεται σε δυο παράλληλα χρονικά επίπεδα, παρόλο που οι αναφορές σε γεγονότα του παρελθόντος δε λείπουν. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ο Δημήτρης θίγει καυτά κοινωνικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός. Μεταξύ άλλων γίνεται κι αναφορά στην εξαφάνιση του νεαρού Βαγγέλη Γιακουμάκη, μια τραγική υπόθεση που ακόμη και σήμερα προκαλεί ρίγη συγκίνησης. Στον αντίποδα έχουμε τις σκηνές έντονης δράσης, με καταδιώξεις και πυροβολισμούς, εκρήξεις και ανθρωποκυνηγητά, που δίνουν μια σχεδόν κινηματογραφική χροιά στο βιβλίο. «Ο θάνατος του Οδυσσέα» θα γινόταν μια εξαίσια τηλεοπτική σειρά που θα «έσπαγε ταμεία». «Όταν κοιτάς το θηρίο και δεν φοβάσαι, είναι γιατί αρχίζεις και του μοιάζεις.» Για το προηγούμενο βιβλίο του, το «Σώσε με», είχα διαπιστώσει ότι η γραφή του Δημήτρη είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Πιο πλούσια, πιο λογοτεχνική, σε σχέση με τα πρώτα. Στον «Οδυσσέα» λοιπόν το έχει πάει ακόμη παραπέρα. Έχει αποκτήσει μια βαθιά ανθρωπιά κι ένα λυρισμό, τα οποία ξαφνιάζουν τον αναγνώστη ευχάριστα και του ζεσταίνουν την καρδιά. Κάτι που συναντάμε για πρώτη φορά στο έργο του Δημήτρη, είναι τα λιλιπούτεια κεφάλαια, έκτασης μερικών αράδων το καθένα, που με ελάχιστες λέξεις λένε πάρα πολλά. Τέλος, οι διάλογοι μεταξύ των χαρακτήρων είναι στακάτοι, έχουν συνέπεια και τη δυναμική του προφορικού λόγου. Μπορείς σχεδόν να τους δεις να μορφάζουν ή να σηκώνουν το φρύδι με επίκριση. «Ο θάνατος του Οδυσσέα» είναι μακράν το καλύτερο, αρτιότερο και ωριμότερο βιβλίο του, απ’ όποια πλευρά κι αν το εξετάσει κανείς! Ο Δημήτρης Σίμος δε γράφει για να γράψει. Αγαπά να γράφει κι αυτό φαίνεται κάθε φορά. Πλάθει απολαυστικές ιστορίες, με κοινωνικό/πολιτισμικό/οικολογικό υπόβαθρο. Ιστορίες του σήμερα, που ο καθένας από εμάς μπορεί να τις νιώσει στο πετσί του. Έχει σίγουρα να δώσει πολλά ακόμα στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να περιμένουμε! Go #teamkapetanos! Καλές αναγνώσεις!

0

Ένα τάμπλετ μια φορά...



Must read για μικρούς και μεγάλους

Στα χρόνια της τεχνολογικής επανάστασης οι εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη μας φέρνουν ένα βιβλίο το οποίο μιλάει για την (κατά)χρηση από τα παιδιά, συσκευών προηγμένης τεχνολογίας. Πρόκειται για το εκπαιδευτικό παραμύθι «Ένα τάμπλετ μια φορά», της Γλυκερίας Γκρέκου, σε μια φανταστική εικονογράφηση της Carla Cartagena. Μέσα από τη ιστορία της η κυρία Γκρέκου πραγματεύεται ένα θέμα που σε όλους μας θα φανεί οικείο, γιατί όλοι έχουμε παιδιά, εγγόνια ή ανίψια που τα βλέπουμε να καταναλώνουν πολύ από τον ελεύθερο χρόνο τους, μπροστά σε μια οθόνη. Αν και το παραμύθι έχει διδακτικό χαρακτήρα, η συγγραφέας κατορθώνει να μη σηκώνει το δάχτυλο αλλά αντίθετα οδηγεί το παιδί στην κατανόηση ότι η υπερβολική χρήση κινητών συσκευών δεν είναι καλή γι’ αυτό και για τους ανθρώπους που αγαπά. Με μαεστρία τα καθοδηγεί να έχουν τα ίδια τον έλεγχο της τεχνολογίας και όχι το αντίθετο. Τα κείμενα είναι έμμετρα γραμμένα, σε πρωτοπρόσωπη γραφή, όπου ο αφηγητής είναι ο Ταμπλετάκος, ένα τάμπλετ. Μικρά χαριτωμένα ποιήματα που περνούν τα νοήματά τους χαριτωμένα και διασκεδαστικά χωρίς τον αυστηρό διδακτισμό που θα περίμενε ίσως κάποιος, από ένα βιβλίο με αυτό το θέμα. Επιπροσθέτως, η πολύ καλή επιμέλεια του κειμένου βοηθά τα παιδιά να αγαπήσουν την ποίηση και να εμπλουτίσουν το λεξιλόγιό τους. Στα υπέρ του βιβλίου είναι η θαυμάσια εικονογράφηση της Carla Cartagena, με τα ζωηρά χρώματα και τις εμφατικές απεικονίσεις. Ξεκάθαρες και εύγλωττες εικόνες, που ενισχύουν τα μηνύματα της ιστορίας και παράλληλα διασκεδάζουν και ψυχαγωγούν το παιδί. Θεωρώ ότι το «Ένα τάμπλετ μια φορά» δεν πρέπει να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη παιδιού ηλικίας 5-7 ετών. Διαβάζοντάς το με την ανιψιά μου, μπορώ να σας πω ότι έβαλε ακόμα κι εμένα την ίδια σε σκέψεις για την υπερβολική χρήση των τεχνολογικών μέσων. Αναζητήστε το! Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα!

0

Τι είναι αυτή η κοιλιά μαμά



Εξαιρετικό βοήθημα για παιδιά και γονείς!

Ο ερχομός ενός νέου μωρού σε μια οικογένεια είναι σίγουρα ένα από τα πιο όμορφα μαντάτα. Τι γίνεται όμως όταν στην οικογένεια υπάρχει ήδη ένα πολύ μικρό παιδάκι; Πως θα του μεταφέρουμε τα νέα; Πως θα το βοηθήσουμε να καταλάβει τις αλλαγές που επίκεινται; Σε αυτά τα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, με τίτλο «Τι είναι αυτή η κοιλιά μαμά;». Πρόκειται για ένα σκληρόδετο βιβλίο, χωρίς λόγια, με πολύ εύγλωττες εικόνες όμως, που θα βοηθήσουν το παιδί να καταλάβει για πoιο λόγο η κοιλίτσα της μαμάς του όλο και μεγαλώνει. Είναι ένα πανέμορφο και πολύτιμο βιβλιαράκι, εργαλείο για τους νέους ιδίως γονείς. Με οδηγό την υπέροχη εικονογράφηση της Rocio Bonilla και το λεπτό χιούμορ, το παιδί μοιράζεται την καθημερινότητα του και προετοιμάζεται για τον ερχομό του νέου μέλους. Το «Τι είναι αυτή η κοιλιά μαμά;» κυκλοφόρησε παράλληλα με το «Ώρα για ύπνο», το οποίο παρακολουθεί την καθημερινή ρουτίνα των παιδιών (μπάνιο, πλύσιμο δοντιών κτλ) και τα βοηθά να ταυτιστούν, να χαλαρώσουν και εν τέλει να κοιμηθούν. Αν έχετε παιδάκια στην ηλικία των 2 ετών περίπου, είναι σίγουρο ότι τα δυο αυτά παραμυθάκια θα βοηθήσουν κι εσάς τους γονείς να περάσετε τα μηνύματα που θέλετε στα παιδιά σας και αυτά να τα ενστερνιστούν ευκολότερα.

0

Μικρά ένοχα μυστικά



Αν φοβάσαι μην το διαβάσεις!

Είναι αλήθεια αυτό που γράφει στο οπισθόφυλλο «Καμιά φορά, είναι καλύτερο η αλήθεια να μένει για πάντα κρυμμένη». Θα προσθέσω όσο πιο βαθιά γίνεται. Εκεί που το φως της μέρας δε φτάνει κι η σκέψη δεν ακολουθεί. Η ιστορία ακολουθεί πέντε ανθρώπους. Δεν είναι φίλοι αλλά τους δένουν κάποια κοινά στοιχεία. Όλα άρχισαν όταν βρέθηκε σε ένα δάσος, το μενταγιόν ενός 12χρονου κοριτσιού, το οποίο εξαφανίστηκε πριν από 35 χρόνια. Με την ανακάλυψη του μενταγιόν, ανοίγουν οι «ασκοί του Αιόλου» μα αντί να ξεπεταχτούν αέρηδες, βγαίνουν στην επιφάνεια σκοτεινές μορφές, δαίμονες και πνεύματα, τα οποία κατατρέχουν τους ήρωές μας. Όσα συμβαίνουν είναι τρομακτικά κι όσο κι αν μοιάζουν άσχετα μεταξύ τους, υπάρχει από πίσω κάτι που τα συνδέει. Αν κι ολιγοσέλιδο, το βιβλίο είναι μια πολύ δυνατή ιστορία μεταφυσικού τρόμου, με πολύ αγωνία και ένταση. Μέσα από κάθε του σελίδα, οι σκιές αρχίζουν να παίρνουν σάρκα και οστά και η εικόνα να σχηματίζεται. Είναι εντυπωσιακή η δουλειά που έχει κάνει ο Ηλίας. Η πλοκή ξεδιπλώνεται μέσα από μικρά κεφάλαια, τα οποία έχουν να κάνουν κάθε φορά με κάποιο από τα πέντε πρόσωπα. Όλα μαζί δε, σχηματίζουν τη συνολική εικόνα, η οποία είναι αρκούντως ζοφερή και τρομακτική, χωρίς τις υπερβολές, που πολύ συχνά συναντάμε σε βιβλία του είδους αυτού. Πέρα από αυτό, οι χαρακτήρες που έπλασε με την πένα του ο Ηλίας Στεργίου είναι αληθοφανείς και διαθέτουν πλαστικότητα. Σε κάποιους από εμάς θα θυμίσουν ίσως ένα γείτονα ή ένα φίλο. Ίσως υστερούν λίγο από πλευράς εμβάθυνσης στη ψυχοσύνθεσή και στο παρελθόν τους. Δεν τους γνωρίζουμε όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια, ωστόσο αυτό δε μειώνει την επιτυχία του πονήματος. Κάτι το οποίο με ενόχλησε πολύ είναι η -καθολική να πω;- έλλειψη διόρθωσης κι επιμέλειας. Δεν είναι κάτι που μπορώ να το καταλογίσω στον Ηλία φυσικά, γιατί η δουλειά του συγγραφέα είναι να γράφει. Η δουλειά του διορθωτή/επιμελητή είναι να επιμελείται, να χτενίζει και να ομορφαίνει το κείμενο. Δυστυχώς, στην περίπτωση αυτή είναι μεγάλη η παράλειψη των εκδόσεων (Εξ' ου και τα 7 αστέρια). Απαξίωσαν ένα εξαιρετικό βιβλίο. Πολύ κρίμα. Θέλω να πιστεύω ότι το νέο του εκδοτικό σπίτι, επιδεικνύει περισσότερη αγάπη στα βιβλία του. Έχω πει πολλές φορές και θα το πω άλλες τόσες: Εκτιμώ ιδιαίτερα τους συγγραφείς που με λίγα λόγια, μπορούν να πουν τόσα πολλά! Τα «Μικρά ένοχα μυστικά» αξίζουν την προσοχή όλων. Τη δική μου πάντως την κέρδισαν με το σπαθί τους! Διαβάζοντας το διαπίστωσα ότι ο Ηλίας Στεργίου είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος, με μεγάλο ταλέντο σε αυτό που κάνει. Και σκέφτομαι: Αν αυτό είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία, παρακάτω τι γίνεται; Καλές αναγνώσεις!

0

Η λέσχη φόνων της Πέμπτης



Ευφυέστατο και αστείο! Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αστείο! Διασκεδαστικό! Eυφυές! Μοναδικό! Καταπληκτικό! Υπέροχο! Ευφάνταστο! Αυτοί είναι μερικά από τα επίθετα με τα οποία έχουν χαρακτηρίσει αναγνώστες απ’ όλο τον κόσμο, το βιβλίο του Richard Osman, με τίτλο «Η λέσχη φόνων της Πέμπτης», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Και είναι από τις ελάχιστες φορές που θα συμφωνήσω 100% με αυτά! H Λέσχη είναι ένα έξυπνο, στοχαστικό, συναρπαστικό, διασκεδαστικό και πέρα από τα τετριμμένα μυστήριο! Συστατικά για μια πετυχημένη συνταγή: - 4 παππούδια που δουλειά δεν έχουν, ασχολούνται με φόνους - 1 φόνο που θα ταράξει τη μικρή κοινότητα με το βίαιο χαρακτήρα του - 1 προφανή (ή μήπως όχι;) ένοχο, που έχει πολλά να κερδίσει από θάνατο του - 1 αστυνομικό, που βλέπει πιο μακριά από τη μύτη της - Μπόλικες ενδείξεις και - Μια πρέζα αποδείξεις Η παρασκευή είναι πανεύκολη και δε χρειάζεσαι πολλά σκεύη. Ανακατεύεις όλα αυτά τα συστατικά μαζί και πετυχαίνεις το τέλειο αποτέλεσμα. Μπορεί να συνοδέψει άριστα τα βράδια και τα μεσημέρια σας, τα πρωινά και τα απογευματινά σας. Ταιριάζει άριστα με τη θάλασσα, ενώ θα αποτελέσει άριστη προσθήκη στο βουνό. Αποφύγετε το κόκκινο κρασί που μπορεί να σας λεκιάσει σε ένα πιθανό ξέσπασμα γέλιου. Προτείνεται σε όσους: - Δε φοβούνται να διαβάσουν αστυνομική λογοτεχνία αλλιώς - Αγαπούν τους αντι-ήρωες - Πιστεύουν ότι το γέλιο μακραίνει τη ζωή - Διάβασαν και γέλασαν μέχρι δακρύων με τον Εκατοντάχρονο που πήδηξε από το παράθυρο κτλ κτλ κτλ - Έχουν κάνει φίλο κολλητό το Ραφαήλ Ιγνάτιο Φίνιξ και το Χάπι του - Θεώρησαν πανέξυπνη τη λογική της Αναλφάβητης που ήξερε να μετράει Προσοχή! Το συγκεκριμένο βιβλίο ΔΕΝ προτείνεται για: - Μουντρούχους - Φανατικούς της «ποιοτικής» λογοτεχνίας - Στενόμυαλους Αν αναζητάτε λοιπόν κάτι διασκεδαστικό, με το οποίο θα αδειάσει το κεφάλι σας και θα γεμίσει η ψυχή σας, αυτό είναι «Η λέσχη φόνων της Πέμπτης». Οι εγγραφές άνοιξαν. Τρέξτε! ;-) Αν το έντυνα με ένα τραγούδι αυτό δεν θα ήταν άλλο από το “Old timer” του Waylon Jennings.

0

Σιωπηλή σαν το θάνατο



Εξαιρετικό νουάρ!

«Η νύχτα ράγισε σαν αστραπή. Στη γειτονιά κάποιος πέθαινε. Ήταν το Κίτο. Ήταν το 1983.» Τριάντα πέντε λεπτά! Τόσο ακριβώς μου πήρε να ολοκληρώσω τη μίνι νουβέλα, του Αμπδόν Ουμπίδια «Σιωπηλή σαν το Θάνατο». Πρόκειται μια δυνατή νουάρ ιστορία. Ένα σκοτεινό ψυχολογικό θρίλερ, που εκτυλίσσεται στο Κίτο, μια πόλη της Ν.Αμερικής, το 1983, ενώ αρκετά χιλιόμετρα νοτιότερα, η δικτατορία της Αργεντινής κλείνει την αιματοβαμμένη πορεία της, αφήνοντας πίσω της χιλιάδες θύματα κι εξαφανισμένους κι επιτρέποντας να διαφύγουν όλοι εκείνοι, που ήταν οι υπαίτιοι των φρικτών πράξεων. «…Στον πόλεμο, όποιος σκοτώνει μπορεί να σκοτωθεί. Κι όποιος είναι διατεθειμένος να πεθάνει έχει δικαίωμα να σκοτώνει…» Αν και φαινομενικά λιτά κι απλοϊκά γραμμένη, η νουβέλα είναι πλούσια σε νοήματα, σκέψεις κι ανησυχίες της ανθρώπινης ψυχής. Η δικτατορία, η βία, τα βασανιστήρια, ο θάνατος, η βία, η αμφιβολία, η ενοχή, η προδοσία, η ατιμωρησία αλλά και η αγάπη, η συντροφικότητα, η πίστη είναι μερικές από τις έννοιες που πραγματεύεται αυτό το «τεράστιο» μικρό! Που μπορούμε να φτάσουμε; Ποια είναι τα όριά μας ; Πόσο μπορούμε να υποκριθούμε για να ταιριάξουμε στον κόσμο; Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Η γραφή του Ουμπίδια είναι μαγευτική. Η πλοκή είναι συναρπαστική και προκαλεί πληθώρα συναισθημάτων. Και παρ’ όλο που στην αρχή το πάει κάπως αργά, όσο προχωράει έχει να μας προσφέρει αρκετές ανατροπές και ενδιαφέροντες μονολόγους. Το «Σιωπηλή σαν το Θάνατο» είναι μια υπέροχη ιστορία μυστηρίου κι αγωνίας! Αξίζει να το διαβάσετε!

0

Πατρίδα



ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ!

Τι να γράψω για το βιβλίο αυτό που να είναι αρκετό; Το είχα τόσο καιρό στο πλάνο και δεν το αποφάσιζα κι όταν τελικά το έπιασα, τότε μόνο κατάλαβα πόσο λάθος έκανα που το άφησα να περιμένει τόσους μήνες. Επτακόσιες και σελίδες, που όμως έφυγαν σαν νερό μέσα σε τέσσερις νύχτες! Κι όταν αυτές τελείωσαν, με άφησαν με το βιβλίο αγκαλιά να προσπαθώ να συνέλθω από αυτή τη συγκλονιστική εμπειρία! Η ιστορία με δυο λόγια: Η Μπιττόρι χάνει το σύζυγο της Τσάτο, τον οποίο σκότωσαν άντρες της Ε.Τ.Α. Την ημέρα που η Οργάνωση (20/10/2011) ανακοινώνει την αναστολή του ένοπλου αγώνα της, η Μπιττόρι ενάντια στη θέληση των παιδιών της, αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι όπου ζούσε με τον Τσάτο. Η παρουσία της εκεί δημιουργεί ένα τσουνάμι αντιδράσεων κυρίως από τη γειτόνισσα και πάλαι ποτέ φίλη της Μπιττόρι, Μίρεν. Οι δυο οικογένειες που κάποτε ήταν στενά δεμένες, τώρα βρίσκονται αντιμέτωπες, κυριευμένες από το μίσος και την προκατάληψη. Τι είναι όμως αυτό που τις χωρίζει; Τι συνέβη και άναψε τη φλόγα του μίσους ανάμεσα στις δυο γυναίκες; Τι είναι αυτό που δηλητηριάζει τις ψυχές τους; Με τη μαγική του πένα, ο Φερνάντο σχεδιάζει μια μαγευτική κι ακριβή απεικόνιση της Ισπανίας των αρχών της δεκαετίας του ’80, όταν η αυτονομιστική οργάνωση Ε.Τ.Α. βρίσκεται στο απόγειο της δράσης της. Σε αυτό το σκηνικό στήνει την ιστορία του, η οποία είναι πάρα πολύ δυνατή, γεμάτη πάθη, ανομολόγητα μυστικά, μίσος, φόβο, συγγνώμες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Αν και γίνονται πολλές αναφορές σε πραγματικά γεγονότα, όπως ονόματα θυμάτων και χρονολογίες ορόσημα, οι δύο οικογένειες καθώς και το βασκικό χωριό όπου ξετυλίγεται το δράμα, παραμένουν στα πλαίσια της μυθοπλασίας. Η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από τη διήγηση των μελών των δύο οικογενειών, τα οποία μιλούν εναλλάξ σε κάθε κεφάλαιο. Η χρήση σύντομων και κοφτών κεφαλαίων δημιουργεί μια ψευδαίσθηση του χρόνου και ευνοούν τη γρήγορη ανάγνωση. Κινούμαστε μπρος και πίσω χρονικά ενώ οι αναμνήσεις ξεδιπλώνονται σε μια ατέρμονη λούπα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η διαρκής εναλλαγή απόψεων, χρονικών στιγμών κι αφηγηματικών φωνών. Το ενδιαφέρον δε σε αυτή την τεχνική ήταν ότι, ενώ δεν υπήρχε κάποιος τίτλος ή χαρακτηριστικό που να προδιαθέτει ποιος από τους χαρακτήρες μιλάει τη συγκεκριμένη στιγμή, αυτό γινόταν απολύτως κατανοητό από τις πρώτες κιόλας λέξεις. Και παρ’ όλες τις χρονικές μεταφορές, τις αναφορές στις πολιτικές πεποιθήσεις των χαρακτήρων και τις περιγραφές της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε, δεν κούρασε καθόλου. Αντίθετα, ο συγγραφέας κατόρθωσε να τα κρατήσει στο παρασκήνιο αλλά εν τούτοις να τα βλέπουμε να παίζουν ένα από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στο έργο. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, εκείνο που υπήρξε η ραχοκοκαλιά της ιστορίας, είναι οι δυο οικογένειες και η μεταξύ τους σχέση. Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι όλοι απίστευτα καλοσχηματισμένοι. Ιδίως οι δυο βασικοί θηλυκοί χαρακτήρες της ιστορίας είναι αξιοσημείωτοι. Διαθέτουν αποφασιστικότητα και δυναμισμό κι οδηγούν την ιστορία στο συνταρακτικό της φινάλε. Εν κατακλείδι, με μοναδική μαεστρία ο Αραμπούρου κατορθώνει να σχεδιάσει το συναισθηματικό χάρτη εννέα ατόμων και να μας προσφέρει μια εξαιρετική ψυχογραφία. Ολοκληρώνοντας την άποψή μου, θέλω να πω ότι ο Αραμπούρου με την «Πατρίδα» μας προσφέρει ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο. Όσα σχόλια κι αν έχω διαβάσει γι’ αυτό ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η σαρωτική δύναμη της βίας, του μίσους και της διχόνοιας, τα δεινά κι η απώλεια αγαπημένων προσώπων, έρχονται αντιμέτωπα με την αγάπη, την ελπίδα και την επιβίωση. Ο Αραμπούρου τολμά και πετυχαίνει μια βουτιά στα κατάβαθα της ψυχής των ηρώων του και ανασκαλεύει την ανάγκη τους να αφήσουν πίσω ότι τους πονά και να συγχωρέσουν. Σίγουρα από τα κορυφαία μου για το 2021! Ισχυρό μα πολύ, πολύ ανθρώπινο. Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα! Καλές αναγνώσεις!

0

Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173



Ένα βιβλίο που ξεχωρίζει

«Όταν υπηρετείς στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών δε ρωτάς τι θα πάρεις, αναρωτιέσαι τι είσαι ικανός να δώσεις. Πόσα είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις και τι ικανότητες θα καταφέρεις να αναπτύξεις και να διαθέσεις στον αγώνα απέναντι στο σκληρότερο έγκλημα που μπορεί να διαπράξει ο άνθρωπος.» Κωνσταντίνος Χασιώτης, Αστυνομικός Υποδιευθυντής, Τμηματάρχης του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας Πρώτα με τη «Γυναίκα του Ίσνταλ» και τώρα με το νέο του βιβλίο, ο Βαγγέλης Γιαννίσης έρχεται για να ανεβάσει την true crime λογοτεχνία σε άλλα επίπεδα. Κι αν στο «Η γυναίκα του Ίσνταλ» έπρεπε να μηχανευτεί τη λύση του εγκλήματος -μιας και ακόμη και σήμερα, η συγκεκριμένη υπόθεση παραμένει στα συρτάρια της νορβηγικής αστυνομίας ως μια ακόμη cold case (άλυτη υπόθεση)- στο «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173», μας δίνει τις λύσεις σε πέντε ειδεχθή εγκλήματα, ακριβώς όπως αυτές προκύπτουν από τα αρχεία του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Η σταύρωση ενός τοξικομανή στο δάσος Ένας ομοφυλόφιλος εισοδηματίας βρίσκει βίαιο θάνατο μέσα στο σπίτι του Ένας Ολλανδός πέφτει νεκρός από τις σφαίρες αγνώστων, μέσα στο κέντρο της Αθήνας Η κορούλα ενός αστυνομικού εξαφανίζεται μυστηριωδώς από το σπίτι της Ένα πτώμα βρίσκεται δεμένο κι απανθρακωμένο μετά από πυρκαγιά σε ένα δώμα Κάποιες από αυτές τις ιστορίες μπορεί και να τις θυμάστε κάποιες άλλες ίσως όχι. Ωστόσο, πρόκειται για πέντε αληθινά εγκλήματα, που την εποχή που διαπράχθηκαν συγκλόνισαν το πανελλήνιο. Τις ιστορίες εξιστορούν με τη σειρά τους, οι πέντε αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. που είχαν αναλάβει τότε, την κάθε υπόθεση. Για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, ο συγγραφέας πέρασες πολλούς μήνες, στον 11ο όροφο της ΓΑΔΑ, να συζητά με τους αξιωματικούς, να καταγράφει τα λεγόμενά τους να παρακολουθεί τον τρόπο που εργάζονται. Κατέγραψε με σεβασμό και προσήλωση κάθε τι που μοιράστηκαν μαζί του κι επιπλέον κατόρθωσε να προσεγγίσει με άριστο τρόπο τη ψυχοσύνθεση τους. Άνθρωποι αληθινοί όλοι, άνθρωποι υπαρκτοί, γονείς, γείτονες, φίλοι. Αυτοί είναι οι ερευνητές του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας κι εμείς καλούμαστε να τους γνωρίσουμε μέσα από τις σελίδες του νέου βιβλίου του Βαγγέλης Γιαννίση. Αρχικά με ξένισαν κάποια πράγματα και δεν ήμουν σίγουρη για το βιβλίο. Οι πέντε ιστορίες ξεδιπλώνονταν με λιτό, σχεδόν λακωνικό τρόπο και με γραφή, η οποία ελάχιστα μου θύμισε αυτή του Βαγγέλη. Ωστόσο, ολοκληρώνοντας το βιβλίο διαπίστωσα ότι ο τρόπος που προσέγγισε το όλο εγχείρημα ο Βαγγέλης ήταν το σωστότερος. Οποιαδήποτε προσπάθεια ωραιοποίησης ή εντυπωσιασμού, απλά θα το υποβάθμιζε. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια πολύ καλή προσπάθεια, η οποία όσο προχωράει τόσο κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κάθε ιστορία ανεβαίνει στην κλίμακα της αγωνίας, η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινή και οι σελίδες γυρίζουν ασταμάτητα. Αν περιμένετε ότι θα διαβάσετε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα θα απογοητευτείτε. Επίσης αν είστε άνθρωποι της έντονης δράσης και της περιπέτειας θα απογοητευτείτε. Δε θα τα βρείτε σε αυτό το βιβλίο. Αυτό όμως που θα βρείτε είναι μια εκ βαθέων καταγραφή αληθινών εγκλημάτων και των διαδικασιών που οδήγησαν στη διαλεύκανση τους. Θα διαβάσετε για αληθινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αστυνομικοί, όπως η έλλειψη εξοπλισμού: «Κάθε αστυνομικός φέρει εξοπλισμό τον οποίο έχει αγοράσει ο ίδιος, με δικά του έξοδα. Η υπηρεσία παρέχει τα στοιχειώδη, ωστόσο κανείς δεν θέλει να χρησιμοποιεί ένα αλεξίσφαιρο που δεν εφαρμόζει γάντι, κανείς δεν θέλει να κρατάει ένα όπλο που το νιώθει ξένο στο χέρι του.» Ή η δυσκολία ανεύρεσης σημείου εκκίνησης στην έρευνα. Η αδυναμία τους μπροστά σε ένα μυστήριο που στοιχειώνει τις νύχτες τους. Και το πώς νέες υποθέσεις, νέα εγκλήματα έρχονται να πάρουν τη θέση των παλαιών, αναγκάζοντας την ομάδα να διασκορπιστεί ανάμεσά τους: «Σιγά σιγά η ένταση των ερευνών άρχισε να σβήνει, σαν τα κύματα που προκαλεί μια πέτρα στο νερό• οι ρυτιδώσεις στην επιφάνεια είναι ευδιάκριτες και ορμητικές κοντά στο σημείο όπου έπεσε η πέτρα, όσο όμως τα κύματα απομακρύνονται, τόσο ελαττώνεται το ύψος τους, μέχρι που εξαφανίζονται εντελώς. Νέα θύματα απαίτησαν την προσοχή των αξιωματικών του Τμήματος, η οποία κάθε τόσο αναγκάζεται να διχοτομηθεί σαν αμοιβάδα.» Θα βιώσετε τη ομιχλώδη ατμόσφαιρα και το αίσθημα φόβου κι ανασφάλειας που αφήνει πίσω του ένας δολοφόνος: «Καθώς η ώρα περνάει, ο κόσμος χάνει το ενδιαφέρον του. Οι μάρτυρες έχουν ανέβει στα διαμερίσματά τους. Στα παράθυρα δεν διακρίνονται πια τα σκούρα περιγράμματα κεφαλιών, λουσμένα σε μια άλω φωτός από λάμπες φθορισμού. Τα παντζούρια κατεβαίνουν. Οι τηλεοράσεις σιωπούν. Οι κάτοικοι της γειτονιάς προσπαθούν να κοιμηθούν, γνωρίζοντας πως από δω και στο εξής ένα πτώμα θα στοιχειώνει την περιοχή τους, ενώ έξω αστυνομικοί χτενίζουν το παρκάκι, προσπαθώντας να ανακαλύψουν ποιος ξέρει τι. Βάζουν πολλά με το νου τους. Η φύση του ανθρώπου. Απόψε ζευγάρια θα κοιμηθούν λίγα εκατοστά πιο κοντά σε σύγκριση με χθες. Πρόσωπο με πρόσωπο. Βλέφαρα θα σφαλίσουν μονάχα για μερικές στιγμές, για να ανοίξουν και να αντικρίσουν απέναντί τους ένα ζευγάρι ανήσυχα μάτια, που δεν τους κολλάει ύπνος. Θα συζητήσουν ψιθυριστά, για να μην ακούσουν κάτι τα παιδιά που κοιμούνται. Άραγε, θα καθαρίσουν τα αίματα μέχρι αύριο ή θα τα δουν τα παιδιά το πρωί, πηγαίνοντας σχολείο; Κάποιοι σερφάρουν στο ίντερνετ απ’ το κινητό, ψάχνοντας περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό. Όλο και κάποια ιστοσελίδα θα έχει προλάβει να ανεβάσει την είδηση. Αναστεναγμοί.» Το «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» είναι ένα βιβλίο που ξεχωρίζει. Πρωτότυπο και πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ένα δύσκολο εγχείρημα που ευτυχώς, πέτυχε. Κατά τη γνώμη μου, αξίζει να διαβαστεί από όλους!

0

Οι άρχοντες του χρόνου



Δεν ήταν αυτό που περίμενα

Κι αισίως, με τους «Άρχοντες του χρόνου», ολοκληρώθηκε η «Τριλογία της Λευκής Πόλης» της Εύα Γκαρθία Σάενθ ντε Ουρτούρι. Είχα μεγάλες προσδοκίες και για αυτό το βιβλίο αλλά και πάλι δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως. Ωστόσο, σίγουρα το βρήκα πολύ πιο ενδιαφέρον από τις «Τελετουργίες του Νερού», το οποίο ίσως θυμάστε όσοι με παρακολουθείτε, με είχε απογοητεύει οικτρά. Παρ’ όλ’ αυτά, δε μπορώ να μην αναγνωρίσω στη συγγραφέα το τεράστιο έργο ιστορικής τεκμηρίωσης, που έχει πραγματοποιήσει. Αυτό ήταν για μένα το πιο δυνατό του σημείο. Η Ντε Ουρτούρι ξεδιπλώνει την ιστορία της με δυο τρόπους. Ο ένας είναι η εξιστόρηση των ερευνών κάποιων περίεργων φόνων από τον Κράκεν (τον κατά κόσμον αστυνόμο Ουνάι Λόπεθ ντε Αγιάλα) και των συνεργατών του, ενώ παράλληλα τρέχει και η προσωπική του ιστορία. Το δεύτερο σκέλος της ιστορίας, είναι ένα επικό ιστορικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται τον 12 μ.Χ. αιώνα, μέσα από το οποίο μαθαίνουμε για τη ζωή και τις περιπέτειες του θρυλικού δον Ντιάγο Βέλα. Καθώς φαίνεται, τα εγκλήματα που ερευνά ο Ουνάι, έχουν άμεση σχέση με το μυθιστόρημα αυτό. Βρήκα εξαιρετικά ευφυή τη σύνδεση της τρέχουσας ιστορίας με το βιβλίο. Γενικά αγαπώ την πρακτική «βιβλίο μέσα στο βιβλίο». Η ιστορία του κόμη Βέλα προκάλεσε το ενδιαφέρον μου στο 100% ενώ η πλοκή που αναφέρεται στο παρόν και στον Κράκεν, μου άφησε χλιαρά συναισθήματα. Αυτό που έχω να παρατηρήσω είναι ότι, τα κεφάλαια δεν προχωρούσαν όπως έπρεπε και οι δυο παράλληλες ιστορίες ούτε εξελίσσονταν, ούτε τέμνονταν όπως θα περίμενα, κάνοντάς με να αναρωτιέμαι αν και που θα γίνει η μεγάλη ανατροπή. Για να είμαι ειλικρινής, η ανατροπή για μένα δεν ήρθε ποτέ, μιας και σύντομα κατάλαβα μόνο τον ένοχο αλλά και, πάνω-κάτω, τι είχε συμβεί. Από τις ευχαριστίες στο πίσω μέρος του βιβλίου μα και από κουβέντες στις βιβλιομάδες, έμαθα ότι πριν από τη «Τριλογία της Λευκή πόλης» η Ντε Ουρτούρι έχει γράψει και μια διλογία στην οποία εμφανίζονται κάποιοι από τους μεσαιωνικούς χαρακτήρες που γνωρίσαμε εδώ. Σκέφτομαι λοιπόν πως ίσως «Οι Άρχοντες του Χρόνου» ήταν τελικά, μια αφορμή για να εισαγάγει η συγγραφέας τους χαρακτήρες από τα άλλα βιβλία της και να μπορέσει να «παίξει» με αυτά. Δεδομένου ότι δεν έχω διαβάσει τη διλογία, δε μπορώ να γνωρίζω κατά πόσων αυτή η σύνδεση είχε επιτυχία. Στα διάφορα σχόλια που διαβάζω σε διάφορα βιβλιοφιλικά blogs, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι η τριλογία έχει φθίνουσα πορεία, ότι ξεφουσκώνει σαν μπαλόνι και ότι αυτό το τρίτο και τελευταίο μέρος, είναι το πιο αδύναμο από όλα. Προσωπικά δε συμφωνώ. Για μένα είχε περισσότερο ενδιαφέρον από το δεύτερο, το οποίο έπαιξε αρκετά με τις συγκυρίες. Οπωσδήποτε όμως, κανένα από τα δυο αυτά, δε φτάνει τη «Σιωπή της Λευκής Πόλης» το οποίο ήταν για μένα κορυφαίο! Πριν κλείσω θα ήθελα να πω, χαριτολογώντας πάντα, ότι δε θα ήθελα να έχω τον Ουνάι Λόπεθ ντε Αγιάλα όχι συγγενή αλλά ούτε γείτονα. Ούτε φίλο. Ούτε καν γνωστό μέσω των social media! Ο άνθρωπος είναι δημόσιος κίνδυνος! Κι ολοκληρώνοντας κι αυτή μου την άποψη, συνειδητοποιώ ότι οι δρόμοι μας με την Εύα Γκαρθία Σάενθ ντε Ουρτούρι σίγουρα δε χωρίζουν εδώ, μιας και κάτι έχει στη γραφή της που μου αρέσει και θέλω να τη ξαναδιαβάσω. Πόσο μάλλον δε, που από το επόμενο φαίνεται ότι θα έχουμε μια νέα αρχή, με νέα πρόσωπα. Καλές αναγνώσεις!

0

Το ένστικτο



Μια ιστορία που σε αγγίζει κατάκαρδα!

Στο συγγραφικό της ντεμπούτο, η Ashley Audrain εμφανίζεται πολύ σκληρή απέναντι στους αναγνώστες της, γράφοντας ένα ψυχολογικό δράμα, με στοιχεία θρίλερ, το οποίο θα ενοχλήσει πολύ όσους είναι γονείς κι ιδιαιτέρως ίσως τις μητέρες. Καταπιάνεται με ένα πολύ ιδιαίτερο θέμα, το οποίο αναπτύσσει όχι με λεπτούς και προσεκτικούς χειρισμούς αλλά με τρόπο αμείλικτο, σχεδόν ανελέητο θα έλεγα. Η ιστορία έχει συνοπτικά ως εξής: Η Μπλάιθ είχε πολύ άσχημα παιδικά χρόνια σε αντίθεση με το σύζυγό της Φοξ, ο οποίος μεγάλωσε σε μια πολύ αγαπημένη και στοργική οικογένεια. Η Μπλάιθ μη θέλοντας τα δικά της τα παιδιά να έχουν τις δικές της άσχημες εμπειρίες, ορκίζεται να γίνει μια σωστή μάνα. Ωστόσο, όταν γεννιέται η κόρη της Βάιολετ, η Μπλάιθ διαπιστώνει ότι ο χαρακτήρας της κόρης της δε μοιάζει με των άλλων παιδιών της ηλικίας της. Ένα φρικτό ατύχημα στο πάρκο κι ο θάνατος του δεύτερου παιδιού τους, του μικρού Σαμ, πείθουν τη Μπλάιθ ότι η ψυχή της κόρης της είναι σκοτεινή. Ο Φοξ από τη μεριά του είναι μαγεμένος από τη Βάιολετ και δε συμμερίζεται τους φόβους της γυναίκας του. Ωστόσο, λένε ότι το ένστικτο της μάνας είναι αλάθητο… Με «Το ένστικο» η Audrain τοποθετεί μια μητέρα αντιμέτωπη με την αληθινή φύση της κόρης της, θέτοντας στο αναγνωστικό της κοινό διλλήματα και σκέψεις που σοκάρουν. Τσαλακώνει τον όρο «μάνα», τον κάνει να φαντάζει παρεξηγημένος κι ενίοτε «ανίερος». Μιλάει για τη τη μητρότητα και το άγχος και την «παράνοιά» της. Αν και πρόκειται για ένα θέμα που το έχουμε ξανασυναντήσει και σε άλλα έργα, όπως η «Υπόθεση Τζέικομπ», «Η σύζυγος ανάμεσά μας» και το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν», δεν παύει να είναι γροθιά στο στομάχι. Παρατηρούμε δε, ότι η συγγραφέας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και δε μιμήθηκε αλλά ούτε αντέγραψε τους συναδέλφους της αλλά δημιούργησε μια πρωτότυπη, μεστή και καλοδουλεμένη ιστορία, που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει αυτές των W. Landay, Gr. Hendricks & S. Pekkanen και L. Shriver. Αρχικά και μέχρι τη μέση του βιβλίου κατάλαβα ότι δεν πρόκειται για τη σκληροπυρινική περιπέτεια που νόμιζα και μάλιστα «τρόμαξα» λίγο, γιατί μέχρι τότε το βρήκα αρκετά επίπεδο. Στη συνέχεια όμως διαπίστωσα ότι ναι μεν πρόκειται για δράμα, διαθέτει όμως αρκετά από τα στοιχειά εκείνα που καθορίζουν ένα καθαρόαιμο ψυχολογικό θρίλερ, εκτός ίσως από μια εντυπωσιακή ανατροπή. Ανατροπή δεν είχε καμία. Ωστόσο ήταν μυστηριώδες, με αγωνία και νεύρο, ενώ τα σύντομα και κοφτά του κεφάλαια, με κρατούσαν σε εγρήγορση. Όσο προχωρούσαν οι σελίδες, τόσο πιο σκληρό γινόταν, τόσο πιο πολύ χανόμουν στις αράδες του. Η αλήθεια ήταν ότι δεν περίμενα να με πονέσει τόσο πολύ. Ίσως γιατί αρχικά το είχα υποτιμήσει... Εν τέλει, κατέληξα να διαβάσω μια από τις πιο συγκλονιστικές απεικονίσεις της θλίψης που έχω συναντήσει ποτέ στα αναγνωστικά μου ταξίδια. «Το ένστικτο» είναι μια βαθιά ψυχολογική μελέτη διαφορετικών γενεών ανθρώπων, το πολύπλοκο πορτρέτο μιας μητέρας θύμα (;) και θύτη (;). Μιας μητέρας που ο χειρότερος εχθρός της είναι ο ίδιος της ο εαυτός. Η συγγραφέας καταβυθίζεται στα εσώψυχα μιας γυναίκας με μεταγεννητική κατάθλιψη, που ο περίγυρός της την απορρίπτει ως φαντασιόπληκτη και υστερική και που δε βρίσκει τη δικαίωσή της, παρά μόνο στην τελευταία πρόταση του βιβλίου. Η Ashley Audrain κατάφερε να μας προσφέρει ένα πλούσιο, συναισθηματικό και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα αποφεύγοντας όμως να γίνει υπερβολικά μελοδραματική. Θα το θυμάμαι για πολύ καιρό. Ήταν εξαίρετο! Φυσικά και προτείνεται! Καλές αναγνώσεις!

0

Του έρωτα και της σκιάς



Συγκλονιστικό!

Συζητώντας προ καιρού με μια φίλη για -τι άλλο- βιβλία, με ρώτησε για το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζισκίντ. Της απάντησα λοιπόν ότι διαβάζοντάς το, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, που διαπίστωσα ότι υπάρχει τρόπος να περιγράψει κάποιος με λέξεις ένα άρωμα, μια μυρωδιά. Όλοι όσοι το έχουμε διαβάσει, υποθέτω ότι θυμόμαστε ακόμη τη θανατερή οσμή του βυρσοδεψείου, κολλημένη για μέρες στα ρουθούνια μας. Η επόμενη φορά λοιπόν που έζησα την εμπειρία αυτή, ήταν στο δεύτερο βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον τίτλο «Του Έρωτα και της Σκιάς». Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης, σε μια εποχή κατοχής, διχόνοιας, φόβου και κατατρεγμού. Πολύ επίκαιρη θα μου πείτε και πράγματι είναι. Δεν είναι αστυνομικό αλλά εμπεριέχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν την αστυνομική λογοτεχνία. Φόνοι, ανθρωποκυνηγητό, ίντριγκες, ανατροπές, μυστήριο, αγωνία να μάθεις την αλήθεια του αλλά και έρωτα, τρυφερότητα, αγάπη, στοργή. Κι όλα αυτά στημένα έντεχνα, με φόντο μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της παγκόσμιας, σύγχρονης ιστορίας. Η Ιζαμπέλ Αλιέντε (ανιψιά του προέδρου της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε), γεννήθηκε το 1942 στη Λίμα και σε πολύ μικρή ηλικία, έχασε τον πατέρα της, αφού αυτός εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνος πίσω του. Έκτοτε, η Ιζαμπέλ μεγάλωσε κάτω από τις «φτερούγες» της μητέρα της, την οποία καθώς φαίνεται κι από τα βιβλία της, τη θαυμάζει και την έχει ως πρότυπο. Όπως λέει κι η ίδια «Η μητέρα μου ήταν ο φάρος της ζωής μου, ίσως γι’ αυτό μου είναι πιο εύκολο να γράψω για γυναίκες». Στο έργο της «Του έρωτα και της σκιάς», η συγγραφέας έχει «μεταγγίσει» αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία και είναι εμφανές το «σημάδι» που έχει αφήσει στην ψυχή της, η μυστηριώδης εξαφάνιση του πατέρα της. Το αγαπώ, το σέβομαι και το υπολήπτομαι αυτό το βιβλίο. Πραγματεύεται αξίες όπως η αγάπη, ο έρωτας, ο σεβασμός στον άνθρωπο, η ελπίδα και ο αγώνας για επιβίωση σε καιρούς χαλεπούς και η αξιοπρέπεια στο θάνατο. Περιγράφει με τρόπο γλαφυρό την ωμή κι άσχημη πραγματικότητα της δικτατορίας Πινοσέτ. Το φόβο που «ποτίζει» ακόμα και τις πέτρες. Τις δεισιδαιμονίες που ταλανίζουν τις ψυχές των πολιτών και τους κρατάνε έρμαιο, τους χιλιάδες αγνοούμενος και τα σπίτια που ερήμωσαν. Παρακολουθούμε τους ήρωες, ψυχές ελεύθερες, μαχητές της Ζωής, να κινούνται στις σκιές, προκειμένου να δώσουν απάντηση στα ερωτήματά τους. Να κλείσουν τα ανοιχτά «κεφάλαια» στη ζωή τη δική τους μα και τρίτων. Και κάπου εκεί, έρχονται με την πιο τραγική ανακάλυψη. Και ξάφνου τα ερωτήματα βρίσκουν την απάντησή τους κι οι νεκροί τη δικαίωσή τους. Αγαπώ πολύ την Αλιέντε και μπορώ να σας πω ότι έχω διαβάσει σχεδόν όλα της τα βιβλία αλλά στη ψυχή και το μυαλό μου έχει ξεχωρίσει μακράν το «Του έρωτα και της σκιάς». Νομίζω ότι ήταν και το πρώτο της που είχα διαβάσει, οπότε ο αντίκτυπος ήταν μεγαλύτερος. Και μπορεί το «Σπίτι των πνευμάτων» να θεωρήθηκε best seller και να έγινε παγκοσμίως γνωστό μέσω της κινηματογραφικής μεταφοράς του, με τους Τζέρεμι Άιρονς, Γκλεν Κλόους, Μέριλ Στριπ, Γουινόνα Ράιντερ και Αντόνιο Μπαντέρας, στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, για μένα όμως η «Σκιά», είναι το κορυφαίο της. Φυσικά προτείνεται σε όλους!

0

Σβησμένος φάρος



Πολύ ενδιαφέρον ξεκίνημα!

Στο ντεμπούτο της η Alex Barclay ακολουθεί ένα συγκεκριμένο -και δύσκολο θα έλεγα για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα- συγγραφικό μοντέλο, χωρίς να ξεφεύγει από τα όρια που η ίδια έθεσε στον εαυτό της. Αυτό ίσως να ήταν το μοναδικό σημείο στο οποίο φάνηκε η «απειρία» της, γιατί σε γενικές γραμμές μας προσέφερε μια εξαιρετική προσπάθεια. Η αλήθεια είναι ότι η ανάγνωση των πρώτων κεφαλαίων του βιβλίου, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Υπήρχαν αρκετά πρόσωπα που έπρεπε να θυμάμαι κι επίσης, η τεχνική της να πηδάει από το ένα θέμα στο άλλο, κάποιες φορές μου δημιούργησε σύγχυση. Ωστόσο, σύντομα μπήκα στο πνεύμα και παρακολούθησα άνετα την ιστορία η οποία ρέει όμορφα και χωρίς κοιλιές σε όλη της την έκταση. Διαθέτει ρεαλιστικούς και τρισδιάστατους χαρακτήρες και μια πλοκή που, αν και μπερδεμένη σαν κουβάρι ιδίως στο αποκορύφωμα της, τελικά ξεκαθάρισε στα πάντα. Στο σύνολο του ο «Σβησμένος φάρος» ήταν ένα πολύ καλογραμμένο κι ενδιαφέρον αστυνομικό θρίλερ, το οποίο, αν με ρωτάτε, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είναι το πρώτο της Barclay. Θα ήθελα να έχω την ευκαιρία να διαβάσω κάτι ακόμα της συγγραφέα, γιατί αν το πρώτο της ήταν σε αυτό το επίπεδο, μόνο να φανταστώ μπορώ, το που βρίσκονται τα επόμενα. Φυσικά και προτείνεται.

0

Το κορίτσι στο δέντρο



Δεν ήταν αυτό που περίμενα

Ενώ ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο με πολύ μεγάλη όρεξη, μιας και αγαπώ πολύ τον συγκεκριμένο συγγραφέα, με κάθε σελίδα που γύρναγα, συνειδητοποιούσα ότι το συγκεκριμένο δεν ήταν για μένα τόσο επιτυχημένο, όσο τα προηγούμενα της σειράς. Παρ' όλ' αυτά, είχε κάποια δυνατά στοιχεία που έσωσαν την κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα: ➕ Στα θετικά... ✒️ Το dream team των μελών του Τομέα Q ✒️ Αρκετές κι ενδιαφέρουσες ανατροπές ✒️ Δραματική κορύφωση με πολύ ικανοποιητική κατάληξη ✒️ Εξηγεί τα πάντα και δεν αφήνει αναπάντητα ερωτήματα ✒️ Πολυδιάστατο κείμενο το οποίο εξελίσσεται μέσα από χρονικές αλληλουχίες ➖ Στα αρνητικά ✒️ Δαιδαλώδης πλοκή ✒️ Αχρείαστα μακροσκελείς περιγραφές των ερευνών ✒️ Ψυχοπαθείς και εγωκεντρικοί βοηθητικοί χαρακτήρες που σου είναι αδύνατον να τους συμπαθήσεις Σκέφτομαι ότι αυτοί ακριβώς οι λόγοι για τους οποίους δε μου άρεσε το βιβλίο, σε κάποιον άλλο αναγνώστη, πιθανόν να αρέσουν πολύ. Αυτή άλλωστε είναι η μαγεία της «πολυφωνίας». «Το κορίτσι στο δέντρο» μπορεί να διαβαστεί ως αυτόνομο αλλά οι αναγνώστες που δεν είναι εξοικειωμένοι με τα προηγούμενα βιβλία της σειράς, μπορεί να τα βρουν «μπαστούνια» σχετικά με ορισμένους χαρακτήρες και καταστάσεις. Προτείνεται σε αναγνώστες που τους αρέσουν τα βιβλία με μυστήριο και ιδίως στους λάτρεις του Jussi Adler-Olsen.

0

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια



Συγκλονιστικό!

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για τα Κοτσύφια αλλά θα περιοριστώ να πω: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ!

0

Η σιωπηλή ασθενής



Έξυπνο κι αγωνιώδες

Λοιπόν... δεν ξέρω πως να ξεκινήσω να περιγράφω αυτά που ένοιωσα διαβάζοντάς το... Καταρχήν να πω ότι μου άρεσε πάρα πολύ. Πάρα πολύ όμως! Ωστόσο, υπήρχαν κάνα-δυο θεματάκια τα οποία με ξένισαν. Βασικά, κάπως ξεκούδουνα ήταν. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω πολλά χωρίς να κάνω σπόιλερ. Τέλος πάντων, θα πω τα θετικά του και τα αρνητικά του τα αφήνω σε εσάς να τα ανακαλύψετε. :-) Οι ήρωες είναι πολύ καλοί. Αληθοφανείς και καλοσχηματισμένοι. Η πλοκή είναι σφικτή και με καλή ροή. Η ιστορία έξυπνη και ευρηματική με μπόλικες ανατροπές που τόσο πολύ μας αρέσουν. Με μικρά κεφάλαια, διαβάζεται γρήγορα και ξεκούραστα, χωρίς να κουράζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος το πιάσει, δεν θα το αφήσει αν δεν το τελειώσει. "Η σιωπηλή ασθενής" είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, οπότε θεωρητικά σε κάθε επόμενο θα γίνεται καλύτερος. Τα πρώτα σημάδια όμως που δείχνει είναι πάρα πολύ καλά!

1

Ο φόνος της συζύγου



Αγαπώ Kuttner!

Το «Ο φόνος της συζύγου» είναι το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο του Henry Kuttner, με ήρωα τον Δρα Michael Gray, του ερευνητή ψυχαναλυτή από το San Francisco, που ερευνά εγκλήματα, χρησιμοποιώντας περισσότερο ψυχολογικές μεθόδους, παρά αστυνομικές. Σε αυτή του την περιπέτεια, ο δόκτορας Γκρέι καλείται να διαλευκάνει μια μυστηριώδη υπόθεση, στην οποία τον ενέπλεξε, η Κάρεν Τσάμπιον. Η Τσάμπιον είναι μια παθολογική ψεύτρα, η οποία δεν έτυχε να ακούσει ποτέ την «ιστορία του βοσκού με τον λύκο». Ως εκ τούτου, μη μπορώντας να καταφύγει στην αστυνομία, η οποία δεν πιστεύει πια τα ψέματά της, στρέφεται για βοήθεια στον Μάικλ Γκρέι, λέγοντάς του πως ο άντρας της σκοπεύει να τη βγάλει από τη μέση. Εκείνος αναλαμβάνει την υπόθεση και κατά τη διάρκεια των ερευνών του, έρχεται αντιμέτωπος με έναν τσαρλατάνο γιατρό, ένα δολοφόνο κι έναν αμφιβόλου ηθικής ιδιωτικό ερευνητή. Για μια ακόμη φορά λοιπόν, παρακολουθούμε τον Γκρέι, να διυλίζει κυριολεκτικά τον «κώνωπα», ν’ αναλύει σε βάθος τα λόγια και τις συμπεριφορές αυτού του, τόσο παράξενου, σμαριού ανθρώπων και να βρίσκει την άκρη σ' αυτό το κουβάρι. «Ο φόνος της συζύγου» είναι για μένα το καλύτερο από τα τέσσερα της σειράς. Το βρήκα πιο μεστό και πιο «ζουμερό», πιο ώριμο θα έλεγα, παρόλο που σε κάποια σημεία κατάλαβα τι έμελλε να συμβεί. Το στυλ και το ύφος του βιβλίου παραμένει το ίδιο με τα άλλα τρία. Παλαιάς κοπής αλλά με αέρα διαχρονικό. Χωρίς περιγραφές σκληρής βίας και χωρίς αιματοβαμμένες σκηνές, ο Kuttner επιλέγει τον δύσκολο δρόμο, εκείνον που απαιτεί από το αναγνωστικό του κοινό να βάλει το μυαλό σε λειτουργία και να εμβαθύνει στα νοήματα. Οι σπουδές άλλωστε του συγγραφέα στην κλινική ψυχολογία, συνδράμουν στη δημιουργία μιας άψογης ψυχογραφίας, την οποία απολαμβάνω κάθε φορά. Περνάει από λεπτό «κόσκινο» κάθε μικρή ή μεγάλη παρέκκλιση στη συμπεριφορά των ηρώων του, χρησιμοποιώντας πραγματικές ψυχαναλυτικές μεθόδους της εποχής. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, για να υιοθετηθούν επίσημα πλέον, από την αστυνομία, οι μέθοδοι που περιγράφει ο Χένρυ Κάτνερ στα βιβλία του. Όπως έχω ξαναπεί, τόσο ο Κάτνερ και το άλλο του μισό, ο Δρ. Μάικλ Γκρέι, είναι σύγχρονοι profilers που μας έρχονται από το παρελθόν! Αν είσαι λοιπόν φαν της noir μυθιστοριογραφίας, τότε μην παραλήψεις να αναζητήσεις τα βιβλία του Henry Kuttner και ιδίως αυτά των εκδόσεων Αλεξάνδρεια, που είναι πολύ προσεγμένα τόσο σε ποιότητα έκδοσης όσο και από πλευράς μετάφρασης και επιμέλειας. Είμαι σίγουρη πως θα τα αγαπήσεις.

1

Η ΤΥΧΗ ΕΥΝΟΕΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ



Ένα απόλυτα διασκεδαστικό νουάρ!

Με το ντεμπούτο του, ο συγγραφέας του «Η τύχη ευνοεί τους νεκρούς, Stephen Spotswood, δηλώνει απερίφραστα ότι ήρθε για να μείνει. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο ταξίδι στη Νέα Υόρκη του 1946, το οποίο μας προσφέρει την ακριβή απεικόνιση της ατμόσφαιρας της μεταπολεμικής Αμερικής. Αυτό όμως που καθιστά το πρώτο έργο του Spotswood μοναδικό, δεν είναι ούτε η ιστορία του, ούτε η χρονική του τοποθέτηση. Είναι οι δυο αντισυμβατικές και πολύ πρωτοποριακές για την εποχή τους, πρωταγωνίστριες. Ο λόγος για τη Λίλιαν Πέντεκοστ, πασίγνωστη ιδωτική ερευνήτρια, με μυαλό ξυράφι αλλά με κορμί που καταρρέει αργά και σταθερά από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και τη Γουίλοουτζιν Πάρκερ, αγοροκόριτσο και πρώην μέλος περιοδεύοντος τσίρκου, η οποία όχι μόνο είναι τετραπέρατη αλλά διαθέτει και ιδιαίτερα ταλέντα που θα φανούν χρήσιμα στην καριέρα της ως P.I. Οι δυο τους καλούνται να δώσουν λύση στο μυστήριο ενός φόνου ή και παραπάνω. Συγχρόνως όμως, πρέπει να φυλάνε και τα νώτα τους, γιατί υπάρχουν κάποιοι που δε βλέπουν με καλό «μάτι» τις έρευνές τους… Χαρακτήρισα πριν το βιβλίο «ατμοσφαιρικό» κι εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Σαφέστατα πρόκειται για μια αστυνομική ιστορία, ωστόσο είναι πολύ διαφορετική από τα συνηθισμένα. Όσοι αγαπούν την Agatha Christie και τους αρέσει να διαβάζουν τα βιβλία του Anthony Horowitz, είναι σίγουρο ότι θα απολαύσουν το πρώτο αυτό βιβλίο του Spotswood. Είναι ελαφρύ ανάγνωσμα, ρέει σαν το νεράκι, διαθέτει εύστοχο και μπόλικο χιούμορ, κάμποσες σκηνές δράσεις και γλαφυρές περιγραφές. Πρόκειται για ένα βιβλίο που από τη μια διαθέτει την "τσαχπινιά" ενός χαμινιού του λιμανιού κι από την άλλη πραγματεύεται και σοβαρά κοινωνικά θέματα/ταμπού της εποχής, όπως η ομοφοβία και ο ρατσισμός. Θέματα που ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υφίστανται. Η ιστορία πλέκεται γύρω από τους παρακάτω άξονες:

0

Έξι επί δύο



[7-1]+[ 6Χ2]+[5+3] Μαθαίνοντας αριθμητική με τον ARNE DAHL

Τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Εξ’ ου και τα βρήκα μπαστούνια με τη νέα τριλογία του Arne Dahl. Τρία βιβλία αλλά μία ιστορία. Τα βιβλία δε διαβάζονται ξεχωριστά, ούτε και ανακατεμένα γιατί είναι άρρηκτα δεμένα το ένα με το άλλο.

0

Επτά μείον ένα



[7-1]+[ 6Χ2]+[5+3] Μαθαίνοντας αριθμητική με τον ARNE DAHL!

Τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Εξ’ ου και τα βρήκα μπαστούνια με τη νέα τριλογία του Arne Dahl. Τρία βιβλία αλλά μία ιστορία. Τα βιβλία δε διαβάζονται ξεχωριστά, ούτε και ανακατεμένα γιατί είναι άρρηκτα δεμένα το ένα με το άλλο.

0

Μετά τη βροχή



Noir λογοτεχνία με αποχρώσεις ροζ!

0

Ο αφηγητής του πρωινού τρένου



Ένα τρυφερό μυθιστόρημα για την αγάπη και την βιβλιοφιλία

"«Ο αφηγητής του πρωινού τρένου» είναι από τα βιβλία εκείνα που τελειώνοντάς τα χαμογελάς. Σε κάθε του σελίδα μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι ωραία και πως πρέπει να χαιρόμαστε κάθε της στιγμή. Διαβάζεται απνευστί και όταν τελειώνει θες κι άλλο τόσο. Αυτή η ολιγοσέλιδη νουβέλα, τα έχει όλα στις σωστές δόσεις: Αισιοδοξία, ρομαντισμό, χιούμορ, εκκεντρικότητα των χαρακτήρων, πικρία και σαρκασμό. Είναι ένα ευαίσθητο και ξεχωριστό βιβλίο που θα το απολαύσεις σίγουρα."

0

Διαβολικός



Αγωνία και παράνοια στις σωστές δόσεις!

Πόσο πιο «διαβολικός» μπορεί να γίνει ένας συγγραφέας άμα θέλει; Η απάντηση είναι ΠΟΛΥ! Στο νέο του λοιπόν βιβλίο, ο αγαπημένος Chris Carter αποδεικνύει πως η ανθρώπινη διαστροφή είναι απύθμενη. Κι αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η ιστορία αυτή είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, τότε καταλαβαίνει πως αυτό που πρόκειται να διαβάσει, τουλάχιστον από ψυχολογικής πίεσης, είναι το πιο σκληρό βιβλίο του απ’ όλα, όσα έχουμε διαβάσει μέχρι σήμερα. Στην έκτη λοιπόν υπόθεση του Robert Hunter, έχουμε να κάνουμε με τον πιο παρανοϊκό δράστη, των μέχρι τώρα ιστοριών του Κάρτερ. Δε ψάχνουμε τον δολοφόνο, τον ξέρουμε από την αρχή κιόλας! Αυτό που ψάχνουμε είναι το «γιατί» καθώς και τα απομεινάρια των θυμάτων του serial killer, από τη φονική δραστηριότητα 25 ετών. Ο δράσης βρίσκεται ήδη στα χέρια του FBI, κλεισμένος σε ένα ανήλιαγο κελί, ωστόσο δε διστάζει να παίξει με το μυαλό και την ψυχολογία των πρακτόρων και κυρίως του Χάντερ, ο οποίος, κατά μία έννοια ή πολλές, εμπλέκεται προσωπικά στην υπόθεση. Η ανάκριση του κρατούμενου θα φέρει στην επιφάνεια πολλά και φρικιαστικά μυστικά. Μυστικά αδιανόητα. Μαζί όμως με τα κρυμμένα μυστικά αποκαλύπτονται και στοιχεία και λεπτομέρειες, από την προσωπική ζωή του Χάντερ, που μέχρι τώρα μας ήταν άγνωστα. Έτσι μας βοηθάει να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να κατανοήσουμε κάποιες από τις συμπεριφορές του. Η γραφή του Κάρτερ είναι πάντα αυτή που ξέρουμε κι αγαπάμε. Απλή, χωρίς λογοτεχνικές φιοριτούρες και η πλοκή να τρέχει με τρελές ταχύτητες. Τα μικρούτσικα κεφάλαια, τα οποία πάντα, μα πάντα όμως σε αφήνουν σε ένα μίνι cliffhanger, βοηθούν στην ταχύτατη ανάγνωση, με αποτέλεσμα το βιβλίο να τελειώνει σε χρόνο dt. Επιπλέον, παίζει με το χρόνο, ταξιδεύοντάς μας στο παρελθόν, μόνο και μονό για να μας επιστρέψει στο σήμερα και τούμπαλιν. Τα χρονικά αυτά σούρτα-φέρτα, δεν είναι καθόλου κουραστικά, αντίθετα, βοηθούν στην ευκολότερη κατανόηση της ιστορίας. Γενικότερα, το έχω ξαναπεί άλλωστε, τα βιβλία του Κάρτερ είναι η επιτομή του “page turner”. Δε μπόρεσα να μη διακρίνω κάποιες ομοιότητες με τη «Σιωπή των αμνών» και τα υπόλοιπα βιβλία του Thomas Harris, ωστόσο αυτό δε με ενόχλησε και ιδιαίτερα, καταρχάς γιατί έχουν περάσει αιώνες από τότε που τα διάβασα και που είδα τις ταινίες και επειδή όπως προείπα, οι ταχύτητες ήταν τόσο ιλιγγιώδεις, που ούτε καν πρόλαβα να «διυλίσω τον κώνωπα». Κάποιοι ανέφεραν ομοιότητες και με την ταινία «Seven”, ωστόσο εγώ αυτές δεν τις εντόπισα, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα παραπάνω. Εν τέλει όμως, στην τέχνη, όπως όλοι ξέρουμε, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Κάτι που παρατήρησα σχετικά με τα ονόματα των πρωταγωνιστών, προς μεγάλη μου τέρψη δηλαδή, μιας και η επιστήμη της σημειολογίας αλλά και η προέλευση των ονομάτων είναι πράγματα που πάντοτε τραβούσαν το ενδιαφέρον μου, είναι το εξής: Το όνομα Lucien είναι λατινογενής λέξη και σημαίνει «φως», ωστόσο έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο, ως ένα από τα ονόματα του Διαβόλου. Επίσης, το όνομα Ρόμπερτ έχει τις ρίζες του στην αρχαία γερμανική γλώσσα και είναι σύνθετη, με τα δυο συνθετικά της να σημαίνουν δόξα (glory) και φωτεινός (bright). Σε ελεύθερη μετάφραση ο «Δοξασμένος». Από την άλλη, το Χάντερ, Hunter στα αγγλικά, σημαίνει κυνηγός. Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Το «Δοξασμένο κυνηγό του Φωτός» ή το «Δοξασμένο κυνηγό του Διαβόλου»; Αυτό μένει να το αποφασίσεις εσύ, που θα διαβάσεις αυτό το βιβλίο! Προσωπικά, στο προτείνω ανεπιφύλακτα! ;-)

0

Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό



Απλά υπέροχο!

«Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό» είναι το τέταρτο παιδικό βιβλίο του, αδικοχαμένου στη μάχη με τον κορωνοϊό, Luis Sepúlveda. Αν και χαρακτηρίζεται παιδική, η ιστορία του Πιστού στην πραγματικότητα απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε ηλικίας. Αφηγητής σε αυτό το πόνημα είναι, τι έκπληξη αλήθεια, ένα γερμανικό ποιμενικό, ο Afmau, που στη γλώσσα φυλής των Mapuche, σημαίνει «Πιστός». Μέσα από τις 73 σελίδες του βιβλίου του, ο Sepúlveda μεταλαμπαδεύει τη Σοφία, την κουλτούρα και τον τρόπο του ζειν του Λαού των Mapuche, των Ανθρώπων της Γης, απ’ όπου κατάγεται και ο ίδιος ο συγγραφέας. Είναι το ιδανικό δώρο για ένα παιδί. Ένας εξαιρετικός τρόπος για να τα διδάξουμε αρετές όπως η αγνή και ανιδιοτελής φιλία, η πίστη στα ιδανικά, η δύναμη των αναμνήσεων και ο σεβασμός για τη Μάνα Γη.

0

Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα



Μαγευτικό!

✔️ Αλήθεια, πως θα σου φαίνονταν εάν οι λέξεις έχαναν τη σημασία τους; Εάν εξαφανίζονταν τα νοήματα και χανόταν η αξία τους; Πως θα σου φαινόταν αν τα συναισθήματά σου δεν έβρισκαν τρόπο να αποδοθούν, αφού δε θα υπήρχαν λέξεις να τα ντύσουν; Τα ρητορικά αυτά αν και απίθανα ερωτήματα, πραγματεύεται στη, μόλις 124 σελίδων, συμβολική του νουβέλα, ο Roberto Vecchioni. ✔️ Πρόκειται για ένα αλληγορικό παραμύθι γραμμένο με απαράμιλλη λυρικότητα, όπως και τα υπέροχα τραγούδια που για πάνω από μισό αιώνα μας έχει χαρίσει ο συγγραφέας. Ποιητής και τραγουδοποιός, δε θα μπορούσε να ξέρει καλύτερα τη δύναμη και την αξία των λέξεων. ✔️ Μέσα από τις σελίδες του, βλέπουμε να συνυπάρχουν άφθονα όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Χαρά, λύπη, απογοήτευση, αγωνία, φόβος. Αυτό που λείπει όμως είναι η δυναμική των λέξεων. Αυτή που δίνει νόημα στις φράσεις μας και δικαιολογεί τα συναισθήματά μας. ✔️ Ο "Βιβλιοπώλης" του Βεκιόνι, είναι ένα δυστοπικό παραμύθι που μας θυμίζει ότι οι λέξεις είναι παραπάνω από ένας προσυμφωνημένος κώδικας επικοινωνίας των ανθρώπων. Είναι η ζωφόρος των πάντων. Από τις λέξεις ξεκινάνε όλα και σε αυτές σταματάνε. Οι λέξεις δίνουν υπόσταση στα πράγματα, στα συναισθήματα, στις σκέψεις... ✔️ Το λάτρεψα και γνωρίζω πολύ καλά, πως θα βρίσκεται στη σκέψη μου κάθε φορά που πιθανόν, θα δυσκολεύομαι να εκφράσω αυτό που νιώθω.

0

ΚΑΤΙ ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΟ



Υπέροχη πεζογραφία!

Επτά μέρες μετά που ολοκλήρωσα το «Κάτι αστραφτερό» της Jacqueline Woodson και ακόμα να κατασταλάξει πλήρως μέσα μου. Η σκέψη μου εξακολουθεί να «παίρνει στο κατόπι», τις λέξεις, που τόσο όμορφα τοποθέτησε η Woodson, τη μία δίπλα στην άλλη. Πρόκειται για την ιστορία μιας αφροαμερικανικής οικογένειας και των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή των μελών της. Εξετάζει θέματα και θεσμούς όπως η οικογένεια, η πανεπιστημιακή και κοινωνική μόρφωση, η κοινωνική θέση, ο ρατσισμός, ο αυτοπροσδιορισμός, η σεξουαλική ταυτότητα και η ερωτική επιθυμία, οι επιλογές στη ζωή και το τίμημα τους. Θεμελιώδη ζητήματα που έχει αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στη ζωή του, ο καθένας από εμάς. «Μερικές φορές το σώμα θέλει να αποτινάξει την ανάμνηση» Με την υποβλητική της πένα, η Woodsoon περιγράφει μια απλή και συνηθισμένη, κατά τα φαινόμενα οικογένεια και δημιουργεί ολοζώντανα πορτρέτα. Με έντεχνες μεταβάσεις μπρος και πίσω στο χρόνο, δημιουργεί ένα σπουδαίο χρονογράφημα, ξεδιπλώνοντας τις πτυχές της κατακερματισμένης μνήμης των πρωταγωνιστών, φέρνοντας στην επιφάνεια θύμισες κι αναμνήσεις θολές και πυκνές σαν την πρωινή ομίχλη. Εμποτίζει κάθε σελίδα του βιβλίου με ενσυναίσθηση και συμπόνια και καθιστά τον αναγνώστη κοινωνό του πόνου των ηρώων της. Θεωρώ ότι η μεγάλη επιτυχία της Woodson σε αυτό το μυθιστόρημα, είναι ότι καταφέρνει να επικεντρωθεί στην ουσία και να καταγράψει με ακρίβεια τις διάφορες εμπειρίες των χαρακτήρων, συναισθηματικές και άλλες, αποφεύγοντας το δράμα και τη στασιμότητα, μεταβάλλοντας διαρκώς την προοπτική. Το λιγότερο που θα μπορούσα να πω για τη συγγραφέα είναι ότι είναι μια ταλαντούχα μυθιστοριογράφος. Μου άρεσαν τα πάντα σε αυτό το βιβλίο. Η πανέμορφη πεζογραφία. Ο σεβασμός με τον οποίο προσεγγίζει το τραγικό γεγονός της 9/11. Η αφήγηση που ζωντανεύει υπέροχα και μας παίρνει από το χέρι, για να μας οδηγήσει εκεί που βρίσκεται ο πόνος και η απελπισμένη επιθυμία, για κάτι που μοιάζει αδύνατο να κατακτηθεί. Ο τρόπος που σε λίγες μόνο σελίδες, η Woodsοn κατάφερε να ολοκληρώσει τους χαρακτήρες της, δημιουργώντας ρεαλιστικούς ανθρώπους. Ο κάθε χαρακτήρας μιλά απευθείας στην ψυχή του αναγνώστη. Ζητάει κατανόηση ή ακόμα και συγχώρεση. «Ήμουν τεσσάρων μηνών έγκυος και δεν είχα ιδέα πως στην αντίπερα όχθη της εγκυμοσύνης βρισκόταν η Μητρότητα» Εν κατακλείδι, το νέο βιβλίο της Jacqueline Woodson, ήταν μια οδυνηρά συγκινητική ιστορία. Ένα μικρό βιβλίο, με τεράστια προοπτική. Συμπαγές και πολύ πλούσιο, το «Κάτι αστραφτερό» είναι ένα όμορφο και έντονα συναισθηματικό ταξίδι. Το αγάπησα γιατί το ένοιωσα αυθεντικό. Αληθινό. Θεωρώ ότι θα είναι ένα από τα καλύτερα της φετινής χρονιάς. Εννοείται ότι προτείνεται ασυζητητί.

0

Το έκτο αίνιγμα



Σου αρέσουν τα νουάρ; Αυτό είναι για σένα!

Το δεύτερο μυθιστόρημα με τον Τζος Σίρμαν, που μας προσφέρει ο Λαπίντ, είναι πιο ατμοσφαιρικό και πιο δυνατό από πλευράς συναισθηματικού φορτίου, μιας και αφορά σε εξαφάνιση και δολοφονίες παιδιών. Το κοινωνικό στοιχείο είναι ακόμη πιο έντονο, χωρίς όμως να χάνει όλα αυτά που μας χάρισε τόσο απλόχερα στο πρώτο του: Ήρωες με προσωπικότητα, κίνητρα κι αδυναμίες, βιτριολικό χιούμορ, πολυδιάστατη και σαρωτική δράση κι ανατρεπτική πλοκή. Και τα δυο βιβλία του Γιαίρ Λαπίντ είναι ευφυέστατα και καλοδουλεμένα και προσφέρουν απέραντη απόλαυση και αξίζουν την προσοχή σας. Πλέον αυτών, εξοικονομούν πολύ από τον πολύτιμο χρόνο στον αναγνώστη, λένε αυτό που θέλουν να πουν σε μικρή έκταση, χωρίς περιττά λόγια, για να γεμίζουν οι σελίδες. Όσον αφορά στον κεντρικό ήρωα, είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Τον έχω στο μυαλό μου με τη μορφή του επίσης αγαπημένου Hugh Laurie, με τα μανίκια σηκωμένα, τα πουκάμισα να κρέμονται έξω από τα παντελόνια και το πρόσωπο ιδρωμένο, να αγκυλώνει από τα γένια κάμποσων ημερών. Ήρωας ή αντί-ήρωας, ο Τζος Σίρμαν είναι μια ολοκληρωμένη περσόνα, με αρκετά από τα χαρακτηριστικά του να αποτελούν κλισέ. Ωστόσο, θα χαιρόμουν πολύ αν τον ξανασυναντούσα στις αναγνωστικές μου διαδρομές. Ο Yair Lapid είναι δημοσιογράφος, πολιτικός και συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων από το Ισραήλ (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά). Στη χώρα μας έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις, δύο μόνο από τα πολλά του μυθιστορήματα, το «Διπλό παιχνίδι» και το «Έκτο αίνιγμα». Τον γνώρισα εντελώς τυχαία, όταν βρήκα μέσα σε ταξί ξεχασμένο το δεύτερο βιβλίο του, το «Έκτο αίνιγμα». Μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, είχε και κίνηση, είχα διαβάσει ήδη το 1/3 του βιβλίου! Ο Λαπίντ είναι πολύ χαρισματικός άνθρωπος κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που γράφει. Αστείος, είρων, αθυρόστομος, αυτοσαρκαστικός, πολιτικοποιημένος, ευθύς και ενίοτε αλαζόνας. Η σαρωτική προσωπικότητά του αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στα μυθιστορήματά του.

0

Διπλό παιχνίδι



Must read μυθιστόρημα made in Israel!

Απλά και χωρίς φιοριτούρες γραμμένο, το «Διπλό παιχνίδι» μας γεμίζει με καθαρές εικόνες και διαλόγους που ρέουν αβίαστα. Με φόντο τις θρησκευτικές, πολιτικές και πολιτιστικές αντιφάσεις του σύγχρονου Ισραήλ, ο Λαπίντ μας ταξιδεύει στις γειτονιές του Τελ Αβίβ με ακριβή τρόπο και καταγράφει έξυπνα τα χρώματα και τις αντιθέσεις της πόλης και των κατοίκων της. Το «Διπλό παιχνίδι, είναι ένα μικρό διαμαντάκι που χωρίς να βασίζεται σε εντυπωσιακά μακελέματα και σκηνές πνιγμένες στο αίμα, είναι σίγουρο ότι θα ικανοποιήσει τους λάτρεις της νουάρ λογοτεχνίας! Και τα δυο βιβλία του Γιαίρ Λαπίντ είναι ευφυέστατα και καλοδουλεμένα και προσφέρουν απέραντη απόλαυση και αξίζουν την προσοχή σας. Πλέον αυτών, εξοικονομούν πολύ από τον πολύτιμο χρόνο στον αναγνώστη, λένε αυτό που θέλουν να πουν σε μικρή έκταση, χωρίς περιττά λόγια, για να γεμίζουν οι σελίδες. Όσον αφορά στον κεντρικό ήρωα, είναι από τους πλέον αγαπημένους μου. Τον έχω στο μυαλό μου με τη μορφή του επίσης αγαπημένου Hugh Laurie, με τα μανίκια σηκωμένα, τα πουκάμισα να κρέμονται έξω από τα παντελόνια και το πρόσωπο ιδρωμένο, να αγκυλώνει από τα γένια κάμποσων ημερών. Ήρωας ή αντί-ήρωας, ο Τζος Σίρμαν είναι μια ολοκληρωμένη περσόνα, με αρκετά από τα χαρακτηριστικά του να αποτελούν κλισέ. Ωστόσο, θα χαιρόμουν πολύ αν τον ξανασυναντούσα στις αναγνωστικές μου διαδρομές. Ο Yair Lapid είναι δημοσιογράφος, πολιτικός και συγγραφέας νουάρ μυθιστορημάτων από το Ισραήλ (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά). Στη χώρα μας έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις, δύο μόνο από τα πολλά του μυθιστορήματα, το «Διπλό παιχνίδι» και το «Έκτο αίνιγμα». Τον γνώρισα εντελώς τυχαία, όταν βρήκα μέσα σε ταξί ξεχασμένο το δεύτερο βιβλίο του, το «Έκτο αίνιγμα». Μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, είχε και κίνηση, είχα διαβάσει ήδη το 1/3 του βιβλίου! Ο Λαπίντ είναι πολύ χαρισματικός άνθρωπος κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο που γράφει. Αστείος, είρων, αθυρόστομος, αυτοσαρκαστικός, πολιτικοποιημένος, ευθύς και ενίοτε αλαζόνας. Η σαρωτική προσωπικότητά του αντικατοπτρίζεται ξεκάθαρα στα μυθιστορήματά του.

0

Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου



Ένα υπέροχο νουάρ από το Μεξικό!

Πολλοί από εμάς το γνωρίζουμε ως το βραβευμένο σκηνοθέτη και σεναριογράφο ταινιών όπως «Οι τρείς ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (καλύτερο σενάριο, φεστιβάλ Καννών/2005), τα «21 Γραμμάρια» (Χρυσή Σφαίρα, φεστιβάλ Βενετίας/2003) και οι «Χαμένες αγάπες» (καλύτερη ταινία, φεστιβάλ Καννών/2000). Κάποιοι άλλοι σαν το συγγραφέα των «Ρετόρνο 201» και «Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου». Ο λόγος φυσικά, για το Μεξικανό συγγραφέα, καθηγητή πανεπιστημίου και σκηνοθέτη Guillermo Arriaga. Στο βιβλίο του λοιπόν με τίτλο «Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, ο Arriaga πραγματεύεται το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος με ηθικούς αυτουργούς τους κατοίκους ενός χωριού. Ένα φονικό, σε μια λιλιπούτεια κοινωνία ανθρώπων, τη Loma Grande, όπου τα προσχήματα και οι προκαταλήψεις κρατούν τον πρώτο ρόλο και η αλήθεια το ρόλο του κομπάρσου. Μια γλαφυρή αποτύπωση της αγροτικής κοινωνίας, με τις ίντριγκες, τα ψέματα και τη βία να καιροφυλακτούν ρητά και σιωπηρά και σε καθημερινή βάση. Κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, όταν αυτή βρίσκεται σε συνθήκες πένθους και πίεσης. Οι κανόνες και η ηθική που θα περιμέναμε να διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι σχεδόν ανύπαρκτα ενώ η αστυνομία, διεφθαρμένη μέχρι το κόκκαλο, γυρνά το πρόσωπο αλλού, πυροδοτώντας ανεξέλεγκτες παρανοήσεις και φήμες που, αφού δε βρίσκουν τον πραγματικό ένοχο, τον εφευρίσκουν, στο πρόσωπο του πλέον άσχετου ανθρώπου. Και στο τέλος της μέρας, η αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου δε φαίνεται να έχει πλέον κανένα νόημα, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι ότι πρέπει να αποδοθεί η δικαιοσύνη, όπως την καταλαβαίνουν οι κάτοικοι αυτού του μικρόκοσμου. Η αφηγητική δεινότητα του Arriaga είναι απολαυστική και το βιβλίο διαβάζεται σχεδόν σα να βλέπεις ταινία. Είναι τόσο εύκολο να κάνει ο αναγνώστης εικόνα την κάθε σκηνή. Είναι σκέτη μαγεία το πώς κατορθώνει ο συγγραφέας να μεταφέρει τη ζέστη και τη σκόνη του χωριού, τον ιδρώτα που κολλά στα καυτά κορμιά, τη γλυκερή μυρωδιά του θανάτου που τυλίγει το σώμα της άτυχης κοπέλας. Μου άρεσε κι ο τρόπος που χειρίστηκε και διαχειρίστηκε τους χαρακτήρες του. Διαθέτουν πλαστικότητα κι αληθοφάνεια, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές κάποιων από αυτούς, μας κάνουν να τους βλέπουμε ζωντανούς, μπροστά μας. Κάτι που δε μου άρεσε στο βιβλίο, ήταν ότι υπήρχαν αρκετές αναφορές σε μάρκες προϊόντων λες και ήταν οι χορηγοί στο έργο. Αυτή η πρακτική δε μου αρέσει γενικά, όταν τη συναντώ σε βιβλία. Σα διάλειμμα για διαφημίσεις. Για να καταλήξω, το βιβλίο διαβάζεται εν ριπή οφθαλμού. Είναι μια από τις καλύτερες νουάρ ιστορίες, που έχω διαβάσει φέτος και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα! Θέλω να δω και την ταινία!

1

Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου



Ένα υπέροχο νουάρ από το Μεξικό!

Πολλοί από εμάς το γνωρίζουμε ως το βραβευμένο σκηνοθέτη και σεναριογράφο ταινιών όπως «Οι τρείς ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (καλύτερο σενάριο, φεστιβάλ Καννών/2005), τα «21 Γραμμάρια» (Χρυσή Σφαίρα, φεστιβάλ Βενετίας/2003) και οι «Χαμένες αγάπες» (καλύτερη ταινία, φεστιβάλ Καννών/2000). Κάποιοι άλλοι σαν το συγγραφέα των «Ρετόρνο 201» και «Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου». Ο λόγος φυσικά, για το Μεξικανό συγγραφέα, καθηγητή πανεπιστημίου και σκηνοθέτη Guillermo Arriaga. Στο βιβλίο του λοιπόν με τίτλο «Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, ο Arriaga πραγματεύεται το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος με ηθικούς αυτουργούς τους κατοίκους ενός χωριού. Ένα φονικό, σε μια λιλιπούτεια κοινωνία ανθρώπων, τη Loma Grande, όπου τα προσχήματα και οι προκαταλήψεις κρατούν τον πρώτο ρόλο και η αλήθεια το ρόλο του κομπάρσου. Μια γλαφυρή αποτύπωση της αγροτικής κοινωνίας, με τις ίντριγκες, τα ψέματα και τη βία να καιροφυλακτούν ρητά και σιωπηρά και σε καθημερινή βάση. Κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, όταν αυτή βρίσκεται σε συνθήκες πένθους και πίεσης. Οι κανόνες και η ηθική που θα περιμέναμε να διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι σχεδόν ανύπαρκτα ενώ η αστυνομία, διεφθαρμένη μέχρι το κόκκαλο, γυρνά το πρόσωπο αλλού, πυροδοτώντας ανεξέλεγκτες παρανοήσεις και φήμες που, αφού δε βρίσκουν τον πραγματικό ένοχο, τον εφευρίσκουν, στο πρόσωπο του πλέον άσχετου ανθρώπου. Και στο τέλος της μέρας, η αποκάλυψη της ταυτότητας του δολοφόνου δε φαίνεται να έχει πλέον κανένα νόημα, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι ότι πρέπει να αποδοθεί η δικαιοσύνη, όπως την καταλαβαίνουν οι κάτοικοι αυτού του μικρόκοσμου. Η αφηγητική δεινότητα του Arriaga είναι απολαυστική και το βιβλίο διαβάζεται σχεδόν σα να βλέπεις ταινία. Είναι τόσο εύκολο να κάνει ο αναγνώστης εικόνα την κάθε σκηνή. Είναι σκέτη μαγεία το πώς κατορθώνει ο συγγραφέας να μεταφέρει τη ζέστη και τη σκόνη του χωριού, τον ιδρώτα που κολλά στα καυτά κορμιά, τη γλυκερή μυρωδιά του θανάτου που τυλίγει το σώμα της άτυχης κοπέλας. Μου άρεσε κι ο τρόπος που χειρίστηκε και διαχειρίστηκε τους χαρακτήρες του. Διαθέτουν πλαστικότητα κι αληθοφάνεια, ενώ οι λεπτομερείς περιγραφές κάποιων από αυτούς, μας κάνουν να τους βλέπουμε ζωντανούς, μπροστά μας. Κάτι που δε μου άρεσε στο βιβλίο, ήταν ότι υπήρχαν αρκετές αναφορές σε μάρκες προϊόντων λες και ήταν οι χορηγοί στο έργο. Αυτή η πρακτική δε μου αρέσει γενικά, όταν τη συναντώ σε βιβλία. Σα διάλειμμα για διαφημίσεις. Για να καταλήξω, το βιβλίο διαβάζεται εν ριπή οφθαλμού. Είναι μια από τις καλύτερες νουάρ ιστορίες, που έχω διαβάσει φέτος και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα! Θέλω να δω και την ταινία!

1

Παγωμένη σκανδάλη



Η νέα περιπέτεια του 007!

Ο Anthony Horowitz είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς και επιτυχημένους συγγραφείς του Ηνωμένου Βασιλείου. Πρόκειται για έναν πολύμαθο και πολυπράγμων άνθρωπο. Στο ενεργητικό του καταγράφονται πάνω από 40 βιβλία για μικρούς και μεγάλους καθώς επίσης σενάρια τηλεοπτικών σειρών και ταινιών, θεατρικές παραστάσεις μα και πλούσια αρθρογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2011, το ίδρυμα Arthur Conan Doyle ανέθεσε στον συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματα «Ο οίκος του μεταξιού» και «Μοριάρτι» (κυκλοφορούν από εκδόσεις Anubis), με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς. Και τα δυο μυθιστορήματα γνώρισαν τεράστια επιτυχία, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ομοίως, το 2015, του ανατέθηκε από το ίδρυμα Ian Fleming αυτή τη φορά, να γράψει τα μυθιστορήματα «Παγωμένη σκανδάλη» και «Ο θάνατος του 007. Και για τα δυο αυτά μυθιστορήματα, η επιτυχία είναι μονόδρομος. Μάλιστα, τον Ιανουάριο του 2014, ο Anthony Horowitz τιμήθηκε με το βραβείο ΟΒΕ, για τις υπηρεσίες του στη Λογοτεχνία. Το ιδιαίτερο ταλέντο του Horowitz είναι διάχυτο σε κάθε του νέο πόνημα. Πρόσφατα διάβασα τα δυο του νέα βιβλία, με τον Τζέιμς Μποντ κι έχω να πω ότι δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν από τα βιβλία του μεγάλου Ian Flemming. Σε αντίθεση με το Flemming, η γραφή του οποίου είναι πιο τετράγωνη, πιο επίπεδη, ο Horowitz τολμά να διανθίσει το λόγο του με λογοτεχνικές φιοριτούρες, χωρίς ωστόσο να το παρακάνει και εν τέλει να μας προσφέρει ένα πολύπλευρο κι άκρως ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Η αλήθεια είναι ότι για μένα, ο Anthony Horowitz έχει πάει τις ιστορίες του Πράκτορα 007 ένα επίπεδο παραπάνω! Περιπέτεια, γρήγορα αυτοκίνητα, ωραίες γυναίκες, αδίστακτους δολοφόνους, ανατροπές που δεν τις βλέπεις να’ρχονται... Όλα τα έχει ο «μπαξές» του Βρετανού συγγραφέα. Η πλοκή και στα δύο βιβλία είναι καταιγιστική. Με εξαιρετικά προσεγμένες και ρεαλιστικές σκηνές, μας προσφέρει την απόλυτη κινηματογραφική απόλαυση, μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Αυτό που έχει καταφέρει με πολύ μεγάλη επιτυχία να κάνει ο συγγραφέας, είναι να ενστερνιστεί τον τρόπο γραφής του «προκατόχου» του. Συνάμα όμως, έχει αφήσει να προσχωρήσουν στη γραφή του και στοιχεία της δικής του προσωπικότητας, προσδίδοντας εν τέλει στα βιβλία του, έναν πρισματικό χαρακτήρα. Τέλος, έχει πετύχει να «μπει στο πετσί του ρόλου» του 007 κι αποδίδει άψογα, αυτόν τον τόσο δημοφιλή χαρακτήρα. Να πω εδώ ότι, το «Ο θάνατος του 007» -μα πόσο πιασάρικος τίτλος;- βασίστηκε σε σημειώσεις του ίδιου του Ίαν Φλέμινγκ, για την τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Russian Rulette”, η οποία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ. Σε αυτό το βιβλίο μαθαίνουμε και το πώς ο Τζέιμς Μποντ απέκτησε την κωδική ονομασία 007 και την «άδεια να σκοτώνει», ενώ μας λύνει την απορία γιατί προτιμά το μαρτίνι του «shaken, not stirred» (χτυπημένο κι όχι ανακατεμένο). Από την άλλη, στην «Παγωμένη σκανδάλη» μέσα από τις ιλιγγιώδεις διαδρομές του Grand Prix του Νίρμπουργκρινγκ, συναντάμε μια παλιά γνώριμη… την εκρηκτική Πούσι Γκαλόρ (Goldfinger)! Σε αυτή του την περιπέτεια, ο 007 έρχεται αντιμέτωπος με τον αρχηγό της ρωσικής υπηρεσίας κατασκοπείας (SMERSH) και τον Τζ.Σιν, έναν Κορεάτη πολυεκατομμυριούχο, που μόνο στόχο τους έχουν να πλήξουν ανεπανόρθωτα την Αμερική. «Ο Μποντ ήξερε ότι θα ερχόταν η ώρα, μια στιγμή σε κάποια αποστολή που η τύχη του θα στέρευε. Ήταν μαθηματική βεβαιότητα. Κανένας πράκτορας δεν επιβίωνε για πολύ στον κλάδο των πρακτόρων Μηδέν- Μηδέν, και κάποια μέρα, κάποιος, κάπου θα έκλεβε το πλεονέκτημα και θα ήταν εκείνος που θα κειτόταν νεκρός, κοιτάζοντας απλανώς τη βροχή. Αλλά όχι σήμερα.». Γιατί σήμερα έχει στο πλευρό του την «από μηχανής Θεά» του, που ακούει στο πολλά υποσχόμενο όνομα, Τζέπαρντι Λέιν. Το έχω ξαναπεί και το ξαναλέω… ο Anthony Horowitz είναι δεξιοτέχνης. Αν αγαπάτε τον 007 και τις περιπέτειές του, τότε φτιάξτε ένα μαρτίνι, ξαπλώστε αναπαυτικά στον καναπέ σας και αφεθείτε στην γοητεία του πιο αγαπητού πράκτορα. Προτείνεται ανεπιφύλακτα!

0

Ο θάνατος του 007



Ο Τζέιμς Μποντ στα καλύτερά του!

Ο Anthony Horowitz είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς και επιτυχημένους συγγραφείς του Ηνωμένου Βασιλείου. Πρόκειται για έναν πολύμαθο και πολυπράγμων άνθρωπο. Στο ενεργητικό του καταγράφονται πάνω από 40 βιβλία για μικρούς και μεγάλους καθώς επίσης σενάρια τηλεοπτικών σειρών και ταινιών, θεατρικές παραστάσεις μα και πλούσια αρθρογραφία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2011, το ίδρυμα Arthur Conan Doyle ανέθεσε στον συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματα «Ο οίκος του μεταξιού» και «Μοριάρτι» (κυκλοφορούν από εκδόσεις Anubis), με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς. Και τα δυο μυθιστορήματα γνώρισαν τεράστια επιτυχία, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ομοίως, το 2015, του ανατέθηκε από το ίδρυμα Ian Fleming αυτή τη φορά, να γράψει τα μυθιστορήματα «Παγωμένη σκανδάλη» και «Ο θάνατος του 007. Και για τα δυο αυτά μυθιστορήματα, η επιτυχία είναι μονόδρομος. Μάλιστα, τον Ιανουάριο του 2014, ο Anthony Horowitz τιμήθηκε με το βραβείο ΟΒΕ, για τις υπηρεσίες του στη Λογοτεχνία. Το ιδιαίτερο ταλέντο του Horowitz είναι διάχυτο σε κάθε του νέο πόνημα. Πρόσφατα διάβασα τα δυο του νέα βιβλία, με τον Τζέιμς Μποντ κι έχω να πω ότι δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν από τα βιβλία του μεγάλου Ian Flemming. Σε αντίθεση με το Flemming, η γραφή του οποίου είναι πιο τετράγωνη, πιο επίπεδη, ο Horowitz τολμά να διανθίσει το λόγο του με λογοτεχνικές φιοριτούρες, χωρίς ωστόσο να το παρακάνει και εν τέλει να μας προσφέρει ένα πολύπλευρο κι άκρως ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Η αλήθεια είναι ότι για μένα, ο Anthony Horowitz έχει πάει τις ιστορίες του Πράκτορα 007 ένα επίπεδο παραπάνω! Περιπέτεια, γρήγορα αυτοκίνητα, ωραίες γυναίκες, αδίστακτους δολοφόνους, ανατροπές που δεν τις βλέπεις να’ρχονται... Όλα τα έχει ο «μπαξές» του Βρετανού συγγραφέα. Η πλοκή και στα δύο βιβλία είναι καταιγιστική. Με εξαιρετικά προσεγμένες και ρεαλιστικές σκηνές, μας προσφέρει την απόλυτη κινηματογραφική απόλαυση, μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Αυτό που έχει καταφέρει με πολύ μεγάλη επιτυχία να κάνει ο συγγραφέας, είναι να ενστερνιστεί τον τρόπο γραφής του «προκατόχου» του. Συνάμα όμως, έχει αφήσει να προσχωρήσουν στη γραφή του και στοιχεία της δικής του προσωπικότητας, προσδίδοντας εν τέλει στα βιβλία του, έναν πρισματικό χαρακτήρα. Τέλος, έχει πετύχει να «μπει στο πετσί του ρόλου» του 007 κι αποδίδει άψογα, αυτόν τον τόσο δημοφιλή χαρακτήρα. Να πω εδώ ότι, το «Ο θάνατος του 007» -μα πόσο πιασάρικος τίτλος;- βασίστηκε σε σημειώσεις του ίδιου του Ίαν Φλέμινγκ, για την τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Russian Rulette”, η οποία όμως δεν γυρίστηκε ποτέ. Σε αυτό το βιβλίο μαθαίνουμε και το πώς ο Τζέιμς Μποντ απέκτησε την κωδική ονομασία 007 και την «άδεια να σκοτώνει», ενώ μας λύνει την απορία γιατί προτιμά το μαρτίνι του «shaken, not stirred» (χτυπημένο κι όχι ανακατεμένο). Από την άλλη, στην «Παγωμένη σκανδάλη» μέσα από τις ιλιγγιώδεις διαδρομές του Grand Prix του Νίρμπουργκρινγκ, συναντάμε μια παλιά γνώριμη… την εκρηκτική Πούσι Γκαλόρ (Goldfinger)! Σε αυτή του την περιπέτεια, ο 007 έρχεται αντιμέτωπος με τον αρχηγό της ρωσικής υπηρεσίας κατασκοπείας (SMERSH) και τον Τζ.Σιν, έναν Κορεάτη πολυεκατομμυριούχο, που μόνο στόχο τους έχουν να πλήξουν ανεπανόρθωτα την Αμερική. «Ο Μποντ ήξερε ότι θα ερχόταν η ώρα, μια στιγμή σε κάποια αποστολή που η τύχη του θα στέρευε. Ήταν μαθηματική βεβαιότητα. Κανένας πράκτορας δεν επιβίωνε για πολύ στον κλάδο των πρακτόρων Μηδέν- Μηδέν, και κάποια μέρα, κάποιος, κάπου θα έκλεβε το πλεονέκτημα και θα ήταν εκείνος που θα κειτόταν νεκρός, κοιτάζοντας απλανώς τη βροχή. Αλλά όχι σήμερα.». Γιατί σήμερα έχει στο πλευρό του την «από μηχανής Θεά» του, που ακούει στο πολλά υποσχόμενο όνομα, Τζέπαρντι Λέιν. Το έχω ξαναπεί και το ξαναλέω… ο Anthony Horowitz είναι δεξιοτέχνης. Αν αγαπάτε τον 007 και τις περιπέτειές του, τότε φτιάξτε ένα μαρτίνι, ξαπλώστε αναπαυτικά στον καναπέ σας και αφεθείτε στην γοητεία του πιο αγαπητού πράκτορα. Προτείνεται ανεπιφύλακτα!

0

Παγωμένη νύχτα



Ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις

«Πόσα δέντρα χρειάζονται για να φτιαχτεί ένα δάσος;» Γνώρισα τον Αρναλντούρ Ιντρίντασον μέσα από το βιβλίο του «Φορμόλη» και πραγματικά τον λάτρεψα. Έκτοτε έχω διαβάσει, ανάκατα είναι η αλήθεια, κάποια από τα βιβλία της σειράς με τον επιθεωρητή Έτλεντουρ. Αν και μην παίρνοντάς τα με τη σειρά έχασα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την εξέλιξη των χαρακτήρων, δεν αποτέλεσε τροχοπέδη στην απόλαυσή μου. Τον αγαπώ τον Ιντρίντασον και τον παρακολουθώ. Όσον αφορά τώρα, στο 4ο βιβλίο της σειράς, ο συγγραφέας δε μας έδωσε πιστεύω τον καλύτερό του εαυτό. Σίγουρα πρόκειται για μια πολύ καλή προσπάθεια, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι δεν κατάφερε να αποδώσει με επιτυχία, την υπέροχη ατμόσφαιρα που συνάντησα στα υπόλοιπα βιβλία του. Το θέμα του δεν ήταν αμιγώς αστυνομικό, όπως άλλωστε όλα τα προηγούμενα. Είχε πολλές κοινωνικοπολιτιστικές προεκτάσεις. Με μια βραδύκαυστη, δραματική ιστορία, ο Indridason ασχολείται με τη μετανάστευση, τη ξενοφοβία και το ρατσισμό, την κακοποίηση ανηλίκων μα και την παιδική παραβατικότητα και το bulling ενώ παράλληλα, πλέκει την αστυνομική του πλοκή και αναπτύσσει τα γεγονότα. Έχοντας στα χέρια του ένα τόσο δυνατό «χαρτί» και με την «προϋπηρεσία» που έχει σε αυτού του είδους τη λογοτεχνία, σίγουρα περίμενα κάτι περισσότερο από αυτόν. Θεωρώ ότι άγγιξε επιφανειακά τα «καυτά» ζητήματα τα οποία πραγματεύεται κι επίσης δεν εμβάθυνε αρκετά στην αστυνομική ιστορία. Γενικότερα κι ενώ το διάβασα με ευχαρίστηση και το ολοκλήρωσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, δε μου έδωσε όλα εκείνα που περίμενα. Σίγουρα προβληματίζει και δημιουργεί αγωνία για το τι θα συμβεί τελικά στους ήρωες, ωστόσο, δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός λάτρη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Παρόλ’ αυτά, αν δεν το έχεις ήδη διαβάσει, θα σου πρότεινα να το κάνεις, γιατί, αν και δεν έχουμε ν κάνουμε με τον «κλασσικό» Arnaldur Indridason, έχουμε μια ενδιαφέρουσα, δραματική ιστορία, με καλοφτιαγμένους ήρωες και μεστό και καθαρό λόγο, που δεν κουράζει. Κι επιπλέον έχουμε να κάνουμε με το συγγραφέα της καρδιάς μας. ;-) Καλές αναγνώσεις!

0

ΚΑΛΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ



Καθηλωτικό

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει κατακλυστεί το ελληνικό ίντερνετ από δημοσιεύσεις κι επευφημίες για το "Καλό μου παιδί", της Romy Hausmann.

0

Οι φόνοι της κίσσας



Φοβερό!!!

Όλοι έχουμε διαβάσει σε διάφορες κριτικές και σχολιασμούς ότι "Οι φόνοι της κίσσας" είναι ένα βιβλίο φόρος τιμής στην βασίλισσα του σασπένς την Αγκάθα Κρίστι. Αυτό είναι απολύτως αληθές, αφού αν δεν διάβαζε κάποιος το όνομα του Anthony Horowitz στο εξώφυλλο θα πίστευε, ίσως πάρα πολύ άνετα, ότι το έχει γράψει πράγματι η Κρίστι. Το καταπληκτικό που συμβαίνει, με αυτό το βιβλίο του Χόροουιτζ, είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο μέσα σε ένα άλλο βιβλίο! Φαντάζομαι οι περισσότεροι από εσάς θα έχετε διαβάσει σχετικά με αυτό. Επίσης να πω ότι, κάτι που εντείνει την αίσθηση του "βιβλίου μέσα στο βιβλίο" είναι η διαφοροποίηση της αρίθμησης των σελίδων η οποία αλλάζει μεταξύ των δύο ιστοριών. Αρίθμηση μέσα στην αρίθμηση... Μη με ρωτήσετε δηλαδή σε ποια σελίδα είμαι... Χιχιχι! Αρχικά λοιπόν έχουμε την υπεύθυνη έκδοσης Σουζάνα Ράιλαντ, να διαβάζει το χειρόγραφο ενός από τους συγγραφείς της, ο οποίος έχει εξαφανιστεί. Μαζί με την Σουζαν, διαβάζουμε κι εμείς σε real time (περίπου δηλαδή) την ιστορία. Φτάνοντας στο τέλος της, η Σούζαν (μαζί κι εμείς), διαπιστώνει ότι λείπουν 2-3 κεφάλαια με την λύση του μυστηρίου. Και κάπου εκεί ανακαλύπτεται και το πτώμα του συγγραφέα. Με την γνώση του θανάτου του δημιουργού της ιστορίας, η Σούζαν καταλαβαίνει ότι θα πρέπει να πάρει η ίδια τον ρόλο του ντετέκτιβ και να μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί. Η ιστορία της ιστορίας (;;;!!!), τοποθετείται λίγο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στο Σάκσμπι-ον-Έιβον της Αγγλίας κι έχει τον "αέρα" και τα αρώματα της βρετανικής εξοχής, που έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν, στις ιστορίες της Αγκάθα με την Μις Μαρπλ. Ως κεντρικούς ήρωες έχουμε έναν τετραπέρατο ιδιωτικό ερευνητή, τον Αττικους Πυντ, μαζί με τον αδαή αλλά φιλότιμο βοηθό του Τζέιμς Φρέιζερ καθώς κι έναν επιθεωρητη της αστυνομίας, τον Τσαμπ, ο οποίος ομως είναι αρκετά υποτονικός ως χαρακτήρας (προφανώς εσκεμμένα). Αυτός ο Τσαμπ λοιπόν, παρότι φαίνεται να αντιτίθεται στην ιδέα οτι πρωτοστατεί στις έρευνες ο ιδιωτικός ερευνητής, εν τούτοις, αυτός υποστηρίζει τις προσπάθειες του και ακολουθεί τις συμβουλές του. Να ήξερε και τι θέλει τελικά... Τα θύματα ειναι ο πλούσιος ευγενής Σερ Μαγκνους Πάι κι η οικονόμος του Μαίρη Μπλάκιστον. Έχουν κι οι δυο πολλά να κρύψουν κι από πολλά να κρυφτούν. Οι υποψήφιοι και εν δυνάμει δολοφόνοι είναι πολλοί και με πολλούς "σκελετούς", ο καθένας από αυτούς στην ντουλάπα του. Ο Χοροουιτζ ξεδιπλώνει με άνεση και μαεστρία το γαϊτανάκι των υπόπτων, καταστώντας κάθε έναν ικανό για το έγκλημα αυτό... ή και κάποιο άλλο... Ποιος όμως σκότωσε τον Σερ Μάγκνους και την Μαίρη πραγματικά; Είναι όντως ένας ο δολοφόνος ή εμπλέκονται περισσότεροι; Αυτό μέλλει να το μάθετε διαβάζοντας για τους Φόνους της Κίσσας. Αυτό που εγώ μπορώ να σας πω είναι ότι ο Anthony Horowitz έχει γράψει μια υπέροχη ιστορία, με σφιχτοπλεγμενη πλοκή, που δεν αφήνει κενά και απορίες.

0

Η ΠΟΙΝΗ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ



Έξαιρετική πλοκή και λαμπροί χαρακτήρες

Η αλήθεια είναι ότι ο Anthony Horowitz μας έχει συνηθίσει σε ιδιαιτέρως έξυπνα και καλογραμμένα μυθιστορήματα, οπότε κάθε φορά που κυκλοφορεί ένα νέο του βιβλίο, οι προσδοκίες βρίσκονται πολύ ψηλά. Ωστόσο, με το «Η ποινή είναι θάνατος», δεν έφτασε τον πήχη, που ο ίδιος έχει θέσει με τα προηγούμενα μυθιστορήματά του. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, πάλι μας προσέφερε ένα ευφυές και ενδιαφέρον μυθιστόρημα που το απόλαυσα σε όλη του την έκταση. Το «Η ποινή είναι θάνατος» είναι το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας με τον ντετέκτιβ Χόθορν. Πρόκειται για ένα παλαιού τύπου, καλό μυστήριο μετά φόνου κι αυτό είναι που το καθιστά τόσο ξεχωριστό. Όπως πάντα, η γραφή του έχει κάτι από Agatha Christie, με κεντρικό ήρωα ένα σύγχρονο Sherlock Holmes. H ιστορία που πραγματεύεται αυτή τη φορά ο Horowitz, έχει να κάνει με τη δολοφονία ενός μεγαλοδικηγόρου διαζυγίων. O τόπος του εγκλήματος προσφέρει πληθώρα στοιχείων κι ευρημάτων, που όμως μοιάζει να μην οδηγούν πουθενά. Με μια ομάδα υπόπτων όπου ο καθένας έχει και το μέσο, το κίνητρο και την ευκαιρία για να διαπράξει το έγκλημα, ο εντοπισμός του δολοφόνου δεν είναι εύκολη. Πολλά στοιχεία, πολλοί ύποπτοι. Λαβύρινθος κανονικός! Η πλοκή είναι έξυπνη, γρήγορη, ανατρεπτική μα κυρίως, άκρως απολαυστική. Διαβάζεται δε σε χρόνο Dt. Οι ήρωες καλοσχεδιασμένοι και αληθοφανείς, ενώ ιδιαιτέρως συμπαθής γίνεται για μια ακόμη φορά, το alter ego του Horrowitz και βοηθός του Χόθορν στην αναζήτηση του ενόχου. Ο Χόθορν από την άλλη, είναι πανέξυπνος, πονηρός, επιφυλακτικός, καχύποπτος, αγενής, ρατσιστής και γενικότερα ένας τύπος που κάνει ότι περνά από το χέρι του για να γίνει αντιπαθής. Ωστόσο, όσον αφορά εμένα, δεν τα καταφέρνει θα έλεγα. Συνολικά, το «Η ποινή είναι θάνατος» είναι ένα συναρπαστικό και διασκεδαστικό βιβλίο. Και μπορεί να είναι υποδεέστερο των προηγούμενων, ωστόσο έχει μια εξαιρετική πλοκή, λαμπρούς χαρακτήρες και πολλές εκπλήξεις κρυμμένες στις σελίδες του. Προτείνεται βεβαίως στους λάτρεις του αστυνομικού και όχι μόνο!

0

Η λέξη είναι φόνος



Τα έχει όλα!

Στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας του με τον ιδιωτικό ερευνητή Ντάνιελ Χόθορν, ο συγγραφέας του best seller “Οι φόνοι της κίσσας» δικαιώνει την αγάπη που του έχουν οι αναγνώστες του ανά τον κόσμο. Με το "Η λέξη είναι φόνος", ο Horowitz καταφέρνει να μπλέξει αριστοτεχνικά την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία και το Τώρα με το Τότε, αφού μας προσφέρει ένα σύγχρονο μυστήριο φόνου με εσάνς παρελθόντος. Τοποθετεί δε τον εαυτό του στη θέση του συμπρωταγωνιστή/αφηγητή κι εξυφαίνει ένα πανέξυπνο λογοτεχνικό γαϊτανάκι. Σε αυτή του την προσπάθεια ο συγγραφέας έχει καταφέρει να συνδυάσει τη φαντασία με την πραγματικότητα, εμπλέκοντας ακόμα και ονόματα διάσημων ηθοποιών και σημαντικών σκηνοθετών αλλά και σειρές της τηλεόρασης, εκπομπές, ταινίες και θεατρικές παραστάσεις. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν άλλο που να μπορούσε να πετύχει αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα, καλύτερα από τον Anthony Horowitz! Από πλευράς ιστορίας, έχουμε τον αντιπαθέστατο μεν, ευφυέστατο δε, πρώην επιθεωρητή της αστυνομίας, ονόματι Daniel Hothorn, παρέα με τον βοηθό του και alter ego του συγγραφέα, οι οποίοι καλούνται να εξιχνιάσουν από τη μια τη δολοφονία μιας ηλικιωμένης κι από την άλλη, να συγκεντρώσουν υλικό, έτσι ώστε η εξιχνίαση του εγκλήματος να γίνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με βασικό ήρωα τον πρώτο. Οι δυο τους, αποτελούν αυτό που θα λέγαμε χαριτολογώντας "ζευγαράκι της Αγ. Παρασκευής". Εντελώς αταίριαστοι, βαδίζουν πλάι-πλάι στην ιστορία και ξετυλίγουν το νήμα της ζωής και του θανάτου της εκλιπούσας και ερευνούν τον κύκλου της, προκειμένου να εντοπίσουν τον ένοχο. Με μια γρήγορη πλοκή, η οποία δεν κάνει κοιλιά πουθενά και με χαρακτήρες τόσο γοητευτικούς κι αληθινούς που τους νιώθεις σχεδόν οικείους, ο συγγραφέας μας οδηγεί στο απολύτως ανατρεπτικό τέλος. Η αλήθεια είναι, ότι αν και καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, μου δόθηκαν αρκετά στοιχεία για να καταλάβω την ταυτότητα του δολοφόνου, εν τούτοις, δεν το κατάλαβα, παρά μόνο όταν ο συγγραφέας το άφησε να φανεί! Και τι χαρά ήταν αυτή! Δεν υπάρχει χειρότερη απογοήτευση από το να σου στερεί το ίδιο σου το μυαλό, τη χαρά της αποκάλυψης του δολοφόνου! Το "Η λέξη είναι φόνος" είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα το οποίο τα έχει όλα: Ένταση, ανατροπές και μυστήριο. Ωστόσο, με κάποιο τρόπο μαγικό, καταφέρνει να κρατήσει την αληθοφάνειά του και να μην κουράσει καθόλου. Αν αγαπήσατε τους «Φόνους της Κίσσας», είναι σίγουρο ότι θα λατρέψετε τη Λέξη!

0

Η Παναγιά της θάλασσας



Ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα

Ildefonso Falcones de Sierra λοιπόν! Ισπανός στην καταγωγή και δικηγόρος στο επάγγελμα. Αρχικά τουλάχιστον, γιατί πλέον μπορεί να συστήνεται ως συγγραφέας πλήρους απασχόλησης. «Η Παναγιά της Θάλασσας» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο του πήρε ούτε λίγο ούτε πολύ, πέντε ολόκληρα χρόνια για να το ολοκληρώσει, λόγω του ότι μοίραζε το χρόνο του μεταξύ της συγγραφής και της εργασίας του, από την οποία έβγαζε τα προς το ζην. Με την πρώτη έκδοση όμως, δικαιώθηκαν οι κόποι του, αφού το βίβλιο αμέσως λατρεύτηκε από το κοινό και μεταφράστηκε σε πάνω από 35 γλώσσες. Το πρώτο αυτό έργο του Ildefonso Falcones, ανήκει στην κατηγορία της ιστορικής μυθοπλασίας (historical fiction) και ακολουθεί στενά τα ιστορικά γεγονότα στην Καταλονία του 1300, υπό τη βασιλεία του Πέτρου Γ’. Παράλληλα διαθέτει μια γρήγορη και πολύ ελκυστική πλοκή. Με την πένα του ο Falcones ζωγραφίζει μαγευτικές εικόνες και μας προσφέρει μια θαυμάσια θέα της ακμάζουσας Βαρκελώνης του Μεσαίωνα ενώ μας προσφέρει πληθώρα ιστορικών πληροφοριών για την εποχή, τον τόπο και τους ανθρώπους της ιστορίας. Με μια πανέμορφη γλώσσα, που δεν κουράζει, μας προσφέρει εντυπωσιακές περιγραφές του καθεδρικού ναού, Santa Maria de la Mar και της Βαρκελώνης του 14ου αιώνα. Η κινηματογραφική και άκρως ατμοσφαιρική πλοκή του έργου, ακολουθεί τη ζωή του Αρνάου Εστανιόλ, ενός δουλοπάροικου που αντιστέκεται στο κατεστημένο και στο φεουδάρχη αφέντη του και καταφεύγει από την επαρχία της Καταλονίας, στη Βαρκελώνη. Εκεί, με πολύ κόπο κι ιδρώτα αλλά και τη βοήθεια ανθρώπων που στην πορεία της ζωής του ευεργέτησε, κατορθώνει να αποκτήσει αυτονομία και ελευθερία, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται στο εμπόριο και πλουτίζει. Ποτέ όμως δε ξεχνά την καταγωγή του και τους ανθρώπους που τον βοήθησαν. Στο σύνολό του το βιβλίο καλύπτει πολλά πραγματικά γεγονότα όπως τους νόμους των αρχόντων, την καταπάτηση των δικαιωμάτων των δουλοπάροικων, την πείνα και την εξαθλίωση των φτωχών, τις πρακτικές των συντεχνιών, τη μεταχείριση των γυναικών και των Εβραίων, πολέμους, τη βουβωνική πανώλη, την Ιερά Εξέταση και γενικά, όλες τις πτυχές της ζωής στη Βαρκελώνη του Μεσαίωνα. Αυτό το βιβλίο είναι ένα τέλειο παράδειγμα για το πώς η ιστορική μυθοπλασία μπορεί να διδάξει με ευχάριστο, συναρπαστικό τρόπο. Στο τέλος του βιβλίου μάλιστα, υπάρχει το σημείωμα του συγγραφέα, όπου εξηγεί με σαφήνεια ποιο γεγονός είναι πραγματικό και ποιο ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας του. Και αυτό που ξαφνιάζει πραγματικά, είναι ότι γεγονότα που νομίζει κανείς ότι ήταν μυθοπλασία, ήταν πέρα για πέρα αληθινά. Πέρα από τη δυναμική πλοκή, ο Φαλκόνες έχει κάνει και πανέμορφη δουλεία από πλευράς ανάλυσης χαρακτήρων. Κάθε χαρακτήρας παίζει σημαντικό ρόλο. δεν υπάρχει κανένας που θα μπορούσε να παραλειφθεί, χωρίς να δημιουργηθεί κενό στην ιστορία. Κάθε χαρακτήρας ήταν στιβαρός και καλά μελετημένος, ίσως μάλιστα και περισσότερο απ’ όσο πραγματικά χρειαζόταν. Σε κάνα δυο περιπτώσεις ένοιωσα ότι εξιδανικεύει κάποιους ενώ παρουσιάζει περισσότερο κακούς κάποιους άλλους. Ωστόσο, αυτή ήταν η δική μου αίσθηση κι όχι απαραίτητα σωστή. «Η Παναγιά της Θάλασσας» είναι ένα επικό έργο. Ένα λογοτεχνικό διαμάντι τεραστίων διαστάσεων, το οποίο έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέσα από τις 734 σελίδες του, ο αναγνώστης ζει σε απίστευτα γρήγορες ταχύτητες, σκηνές βίας, έρωτα, πολέμου, εκδίκησης, ατίμωσης, αδικίας, αγάπης και δικαίωσης. Εμπιστέψου με όταν σου λέω, ότι όποιος το διαβάσει θα ζήσει ένα φανταστικό αναγνωστικό ταξίδι, στο χώρο και το χρόνο! ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ! Καλές αναγνώσεις! Trivia: - O καθεδρικός ναός Santa Maria de la Mar, ο επονομαζόμενος και Καθεδρικός του Λαού, χτίστηκε από και για τους κατοίκους της Βαρκελώνης, στη θέση ενός παλαιότερου ναού, ενώ στα θεμέλιά του βρίσκεται ένα αρχαίο ρωμαϊκό νεκροταφείο. - Η Σάντα Μαρία ήταν τόσο σπουδαία για το Λαό της Βαρκελώνης, που ο βασιλιάς Πέτρος επέλεξε την πλατεία της για να καλέσει τους πολίτες στον πόλεμο κατά της Σαρδηνίας. - Την εποχή του Μεσαίωνα, ένα από τα πιο επικερδή επαγγέλματα ήταν η αγοραπωλησία διαφορετικών νομισμάτων. - Η Καταλονία ήταν από τις πρώτες περιοχές όπου δραστηριοποιήθηκε η Ιερά Εξέταση - Όταν παντρεύονταν δυο δουλοπάροικοι, ο φεουδάρχης διατηρούσε το «δικαίωμα» να κοιμηθεί πρώτα εκείνος με τη νύφη και μάλιστα τη βραδιά του γάμου του ζευγαριού (δικαίωμα της πρώτης νύχτας) - Εάν κάποιος βίαζε μια γυναίκα, μπορούσε αν ήθελε να τη νυμφευτεί, ακόμα κι αν πριν το βιασμό είχε υπάρξει βία ή και απαγωγή. - Υπάρχει σειρά σε τηλεοπτική πλατφόρμα, η οποία αποτελεί μια άριστη μεταφορά του βιβλίου στη μικρή οθόνη. Να τη δείτε, αφού έχετε διαβάσει το βιβλίο. Θα εκπλαγείτε όταν διαπιστώσετε το πόσο καλή προσαρμογή έχουν κάνει οι δημιουργοί του σήριαλ!

0

Οι σκιές



Πολύ πολύ καλό!

Ξεκίνησα να διαβάζω το νέο βιβλίο του Alex North, κρατώντας μικρό καλάθι, μιας και με την πρώτη του προσπάθεια δεν είχα ενθουσιαστεί ιδιαίτερα. Καλό μεν αλλά όχι κάτι το ξεχωριστό, με εξαίρεση φυσικά την απίστευτα όμορφη έκδοση. Έτσι λοιπόν και παρόλο που το ξεκίνησα σε μια περίοδο που η συγκέντρωσή μου είχε πάρει την κάτω βόλτα, όταν διαπίστωσα ότι έχω να κάνω με μια προσπάθεια πολύ καλύτερη από το Ψιθυριστή, με χαροποίησε ιδιαίτερα. Και πράγματι, μπορώ να πω με σιγουριά ότι μου άρεσε πολύ περισσότερο! Ενδιαφέρον θέμα, περιγραφές που ιντριγκάρουν, ατμοσφαιρικό πολύ, ανατριχιαστικό κάποιες φορές. Η ιστορία αν κι εξελίχθηκε αργά και με χαμηλούς παλμούς, μας οδήγησε, μέσα από αρκετά flash backs, σε ένα τέλος ανατρεπτικό. Μάλιστα θα έλεγα ότι οι πολλαπλές ανατροπές προς το τέλος του βιβλίου, είναι και το χαρτί που κρατάει ο North στο μανίκι του. Αν κι έχει αρκετά έντονο το αστυνομικό στοιχείο, πάλι δε θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω αστυνομικό. Καταπιάνεται, όπως άλλωστε και στο Ψιθυριστή, με την εκ βαθών έρευνα της ψυχοσύνθεσης των ηρώων του και το πώς κατανοεί ο καθένας από αυτούς, τα γεγονότα. Η δομή των χαρακτήρων που δημιούργησε ο North μου άρεσε πολύ. Τους βρήκα ενδιαφέροντες και συναρπαστικούς, ιδίως τον Τσάρλι. Επιπλέον, ακροβατεί και πάλι μεταξύ του πραγματικού και του υπερφυσικού, πράγμα που εγώ προσωπικά απολαμβάνω ιδιαίτερα. Θα ήθελα λίγη περισσότερη ένταση είναι η αλήθεια, ιδίως κάποιες σκηνές, τις ένοιωσα «λίγες». Μπορούσε να δώσει παραπάνω νεύρο. Επίσης, υπήρξαν στιγμές που ένοιωσα ότι κάποια στοιχεία της πλοκής δεν αναπτύχθηκαν, ούτε εξηγήθηκαν επαρκώς αλλά στο τέλος της ανάγνωσης αυτό που μου έμεινε ήταν ότι μόλις τελείωσα ένα καλό βιβλίο. Ναι, “Οι σκιές” του Alex North ήταν ένα πραγματικά καλό βιβλίο. Το ευχαριστήθηκα και σίγουρα θα αναζητήσω και το τρίτο του, όταν με το καλό κυκλοφορήσει. Βλέποντας την εξέλιξή του, είμαι σίγουρη πως μόνο ωραία πράγματα μπορούμε να περιμένουμε από αυτόν.

0

Όμορφα κορίτσια



Ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα

Τα τελευταία χρόνια έχουμε διαβάσει πολλά βιβλία για πολλά κορίτσια που εξαφανίστηκαν, σφαγιάστηκαν ή/και κακοποιήθηκαν. Ωστόσο, τα «Όμορφα κορίτσια» της Slaughter είναι πολλά περισσότερα από το χρονικό μιας εξαφάνισης ή μια αστυνομική ιστορία. Είναι η εκ βαθέων χαρτογράφηση της ψυχοσύνθεσης μιας οικογένειας που έρχεται αντιμέτωπη με το χαμό ενός μέλους της. To 1991 η Τζούλια εξαφανίστηκε. Κανείς δε ξέρει αν είναι νεκρή ή ζωντανή αφού δε βρέθηκε πουθενά, έστω κάποιο στοιχείο για το τι της συνέβη. Η οικογένειά της αντιμετωπίζει την απώλεια αυτή με διαφορετικό τρόπο. Η μητέρα λειώνει μέρα τη μέρα, μέσα από ένα σιωπηρό θρήνο ενώ ο πατέρας δεν εγκατέλειψε ποτέ την ελπίδα και συνεχίζει την αναζήτηση. Οι δυο αδελφές της, Λύντια και Κλερ, διαμετρικά αντίθετες σαν χαρακτήρες, άφησαν τον πόνο για την εξαφάνιση της αδερφής τους να τις απομακρύνει τη μια από την άλλη. Και να, που 21 χρόνια μετά, μια νέα εξαφάνιση ενός έφηβου κοριτσιού και η δολοφονία ενός μεσήλικα αναγκάζει τις δυο αδελφές να ξαναέρθουν κοντά. Και κάπως έτσι, ξεκινά η Karin Slaughter να ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας των «Όμορφων Κοριτσιών»! Τα «Όμορφα κορίτσια είναι ένα πολυδιάστατο κι ευφυές αστυνομικό θρίλερ όπου, από την αρχή του κιόλας, συναντάμε πολλές εκπλήξεις. Οι ανατροπές ξεκινούν σχεδόν με το «καλημέρα». Η συγγραφέας με μοναδικό τρόπο κατορθώνει να αποδώσει άψογα το πώς ένα τραγικό συμβάν μπορεί να επηρεάσει τους εμπλεκόμενους. Τον τρόπο που το αντιμετωπίζει ο καθένας και το πώς μπορεί κάποιος, με τις ενέργειές σου να εξαπολύσει μια αλυσιδωτή αντίδραση, να διαμορφώσει τις ενέργειες ή ακόμη και το μέλλον των υπολοίπων. Κάτι σαν το «φαινόμενο της πεταλούδας» θα μπορούσαμε να πούμε. Η πλοκή ξεδιπλώνεται με σωστό, για τον όγκο του βιβλίου ρυθμό κι εξελίσσεται σταδιακά, χωρίς κραυγαλέες διακυμάνσεις. Σελίδα τη σελίδα αυξάνει την αγωνία ενώ οι ανατροπές δεν αφήνουν τον αναγνώστη να πάρει ανάσα. Η γραφή και η περιγραφική δεινότητα της Slaughter μόνο ως δεξιοτεχνικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Εναλλάσσεται τεχνηέντως από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη, αναλόγως το πρόσωπο το οποίο διηγείται την ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο κατορθώνει να μας κάνει από τη μια κοινωνούς του πόνου του πατέρα κι από την άλλη μας βοηθά να απορροφήσουμε, να ενστερνιστούμε τα συναισθήματα και τις σκέψεις των αδελφών. Καταδύεται βαθιά στο ψυχικό κόσμο των ηρώων της και ξεδιπλώνει και τις πιο απόκρυφες πτυχές των χαρακτήρων της. Οι περιγραφές της σκληρές, ωμές κι ανατριχιαστικές αλλά άκρως αληθοφανείς, μας υπενθυμίζουν την ασχήμια του κόσμου που ζούμε. Δεν ήταν εύκολο βιβλίο για διάφορους λόγους. Ο ένας ήταν ότι εμπλέκονταν πολλά άτομα με πολλές και διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες όμως συνδέθηκαν αριστοτεχνικά, στο τέλος της ιστορίας. Ήθελε ωστόσο αρκετή συγκέντρωση και προσοχή, ώστε να καταφέρεις να φέρεις βόλτα όλες αυτές τις απόψεις, τα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων. Επιπλέον, ήταν πολύ ζόρι, για μένα τουλάχιστον, οι τόσο γλαφυρές περιγραφές. Με βάρυναν πολύ, με στρέσαραν και με στεναχώρησαν. Σκηνές snuff, βασανιστήρια, σαδισμός, σκοτεινό διαδίκτυο και διάφορες τέτοιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες με έκαναν να θέλω να φωνάξω στις ηρωίδες να σταματήσουν! Να τις αποτρέψω από το να κάνουν το επόμενο βήμα. Ήταν πάρα πολύ όλα αυτά για μένα και η αλήθεια είναι ότι πέρασα κάποιες από τις περιγραφές με διαγώνια ανάγνωση και στο fast forward (Slaughter όνομα και πράγμα*). Ζόρικη ήταν επίσης η ανάγνωση του βιβλίου αυτού καθ’ αυτού ανεξάρτητα από την όποια δυσκολία της ιστορίας. Η μικρή γραμματοσειρά και το πυκνά τυπωμένο κείμενο με ταλαιπώρησαν πολύ είναι η αλήθεια και κούρασαν τα μάτια μου. Επιπλέον, ο μεγάλος όγκος του βιβλίου, το σχετικά μαλακό του εξώφυλλο και η εύκαμπτη ράχη, με γέμισαν άγχος ότι θα του κάνω ζημιά, μιας κι ήταν δανεικό από φίλη και η ευθύνη μου μεγάλη. Γενικά η σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg, ενώ σαν τίτλοι είναι όλα ένα κι ένα, έχει αυτά τα θέματα κι ίσως θα ήταν καλό να επανεξεταστούν. Παρ'όλη όμως τη στενόχωρη κατάσταση που με έριξαν, τα «Όμορφα κορίτσια» ήταν ένα εξαιρετικό βιβλίο από πάρα πολλές απόψεις και χαίρομαι που άντεξα να το φτάσω έως το πολύ συγκινητικό και λυτρωτικό του τέλος. Έχω ένα ακόμα βιβλίο της Karin Slaughter στη βιβλιοθήκη μου να με περιμένει, αλλά για να είμαι ειλικρινής δε ξέρω αν θα το πιάσω ποτέ. Η πρώτη μου εμπειρία μαζί της ήταν μεν δυνατή κι άξιζε μα συνάμα ήταν και τραυματική. Θέλει γερό στομάχι, γι’ αυτό το διαβάζεις με δική σου ευθύνη. Του αφαιρώ ένα αστεράκι για τα μικρά γράμματα και πυκνή σελιδοποίηση που έκαναν τα ματάκια μου να πονέσουν. Κατά τα άλλα εξαιρετικό. *Slaughter (αγγλικά) = Σφαγή, αιματοκύλισμα, σφάζω, φονεύω

0

Το κουκλόσπιτο



Υποβλητική του ατμόσφαιρα και υπέροχη γραφή

«Το κουκλόσπιτο» είναι το συγγραφικό ντεμπούτο της Αγγλίδας ηθοποιού και συγγραφέα Jessie Burton. Πρόκειται για ένα διεθνές best seller, με πωλήσεις πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα και με τις γνώμες του κοινού να διίστανται. Μάλιστα, απ’ ότι φαίνεται, αποτέλεσε «την πέτρα του σκανδάλου» ανάμεσα στους βιβλιοκριτικούς, στην Έκθεση Βιβλίου του Λονδίνου το 2013, με κάποιους να το εγκωμιάζουν ενώ κάποιοι άλλοι το χαρακτήρισαν «ρηχό», χωρίς σπουδαία ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Προσωπικά με γοήτευσε και δε μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Η ιστορία είναι τοποθετημένη στην Ολλανδίας, του 17ο αιώνα και πιο συγκεκριμένα στα τέλη του 1686 με αρχές του 1687. Αν και η συγγραφέας εμπνεύστηκε την ιστορία της από το μοναδικής ομορφιάς κουκλόσπιτο της Petronella Oortman, το οποίο εκτίθεται στο Κρατικό Μουσείο του Άμστερνταμ, δεν πρόκειται για βιογραφικό μυθιστόρημα. Η Burton απλώς «δανείστηκε» το όνομα της Petronella και «βάφτισε» έτσι τη βασική πρωταγωνίστρια του έργου της. Εδώ να σημειώσω ότι, τα κουκλόσπιτα, από το 17ο μέχρι και το 19ο αιώνα, στις χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης, λογίζονταν όχι μόνο ως παιδικά παιχνίδια αλλά ως δείγμα υψηλής κοινωνικής θέσης, οικονομικής ευμάρειας και λεπτού γούστου. «Το κουκλόσπιτο» είναι πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, μια ιστορία ενηλικίωσης, με ενδιαφέρουσα πλοκή και υποβλητική ατμόσφαιρα. Αν κι αρκετά ογκώδες, οι σχεδόν 600 σελίδες τους «πέταξαν» ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Με μάγεψε και δε μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Ούσα λοιπόν κάτω από το «ξόρκι» της Burton και της μινιατουροποιού της, μου πήρε αρκετές μέρες μέχρι να μπορέσω να γράψω για αυτό. Αγάπησα πολύ τρόπο που γράφει η συγγραφέας. Άλλοτε ομαλά και γλυκά κι άλλοτε άγρια, με ένταση, οι λέξεις της να γδέρνουν το χαρτί. Αποτελεί δε, μια πολύ καλή μεταφορά της κοινωνικής ζωής των κατοίκων, όλων των κοινωνικών στρωμάτων του Άμστερνταμ κατά τη Χρυσή εποχή της Ολλανδίας, παρουσιάζοντάς μας με πολύ γλαφυρό τρόπο τις συνθήκες της ζωής, το εμπόριο, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται ενδιαφέροντα ιστορικά και οικονομικά στοιχεία, όπως η συγκριτική εικόνα των μισθών του 17ου αιώνα και το κόστος του νοικοκυριού μιας εύπορης οικογένειας του Άμστερνταμ στα τέλη του 1600. Παράλληλα, η συγγραφέας καταδεικνύει μισάνθρωπες αντιλήψεις όπως ο πουριτανισμός, ο ρατσισμός αλλά και η ομοφοβία, θυμίζοντάς μας ότι, στο πέρασμα των αιώνων, τα μεγαλύτερα εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομα του Θεού! "Όσοι δεν έχουν τους δικούς του Ορίζοντες προσπαθούν να καταρρίψουν τους ορίζοντές των άλλων!" Ο χαρακτήρες της Burton έχουν αποδοθεί όμορφα και με αληθοφάνεια αν και δεν εμβάθυνε σε αυτούς όσο θα ήθελα εγώ. Κι ενώ βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την απόδοση των μύχιων σκέψεων και των συναισθημάτων της βασικής ηρωίδας, της Νέλλα, άγγιξε ελάχιστα τους υπόλοιπους χαρακτήρες του σπιτιού, οι οποίοι σημειωτέων, έπαιζαν όλοι πολύ σημαντικό ρόλο στη εξέλιξη της ιστορίας. Βασικά θεωρώ ότι σπατάλησε πολύ μελάνι σε περιττές περιγραφές και κενούς διαλόγους, περνώντας στα «ψιλά γράμματα» σημαντικά θέματα, τα οποία θα μπορούσαν να απογειώσουν την προσπάθεια. Αυτό συν το γεγονός ότι το τέλος του με άφησε ανικανοποίητη, ως προς τη λύση του μυστηρίου, αφού δεν ανέπτυξε, όσο θα περίμενε κανείς, την ιδέα της, είναι τα μόνα αρνητικά που καταλογίζω σε αυτή την πρώτη προσπάθεια της Jessie Burton. Ακόμα κι έτσι όμως, υπήρξαν κάνα δυο ανατροπές κι εκπλήξεις, οι οποίες έφερα τα πάνω κάτω στην πλοκή και με χαροποίησαν ιδιαίτερα. Τέλος, όπως πάντα, θα ήθελα να αναφερθώ στην ίδια την έκδοση με το υπέροχο εξώφυλλο και την εξαίρετη δουλειά στη μετάφραση της Μυρτώς Καλοφωλιά. Το φρόντισε ιδιαιτέρως το βιβλίο, με σεβασμό και αγάπη. Τολμώ να πω ότι, αν δεν είναι η καλύτερη, σίγουρα είναι από τις καλύτερες μεταφράσεις που έχω συναντήσει σε βιβλία του είδους, τα τελευταία χρόνια. Υπέροχη χρήση της γλώσσας, πανέμορφο λεξιλόγιο και λυρικότητα που μαγεύει. Πολλά συγχαρητήρια! Εν κατακλείδι, «Το κουκλόσπιτο» είναι ένα βιβλίο που παρόλα τα όποια «μειονεκτήματά» του, το αγάπησα και κυριολεκτικά το ρούφηξα σε ώρες. Σου το προτείνω για την υποβλητική του ατμόσφαιρα, την υπέροχη γραφή και την πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών που απλόχερα προσφέρει. Καλές αναγνώσεις!

0

Το ημερολόγιο ενός βιβλιοπώλη



Το βιβλίο που πρέπει να διαβάσει όποιος ονειρεύεται να γίνει βιβλιοπώλης

Πάντα τα είχα στο μυαλό μου όλα τόσο ρομαντικά κι ιδανικά πλασμένα... να έχω ένα βιβλιοπωλείο... να βρίσκομαι περιτριγυρισμένη από εκατοντάδες βιβλία όλων των θεματολογιών... να κερνάω μυρωδάτο καφέ και να συζητώ με τους σεβαστούς μου πελάτες για τους αγαπημένους μας τίτλους... Να μυρίζω το άρωμα του χαρτιού... Να μου φαγουρίζει τη μύτη η σκόνη των βιβλίων... Τι όμορφα... Πόσο ρόδινα ε; Αμ δε! Μόνο ρόδινη δεν είναι η ζωή ενός βιβλιοπώλη κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα και ξεκαρδιστικά, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αυτού. "Το ημερολόγιο ενός βιβλιοπώλη" είναι αυτό ακριβώς που μαρτυράει ο τίτλος του: Το ημερολόγιο ενός βιβλιοπώλη! Η εκ των έσω ματιά του συγγραφέα του βιβλίου και βιβλιοπώλη στο επάγγελμα, Shaun Bythell! Η λεπτομερής καταγραφή της κάθε ημέρας, του ιδιοκτήτη του δεύτερου μεγαλύτερου παλαιοβιβλιοπωλείου στο Wigtown της Σκωτίας, με το όνομα "The Book Shop". Μέσα λοιπόν από αυτή την καταγραφή, ο Μπάιτελ μας περιγράφει με τον πιο ευφάνταστο τρόπο την καθημερινότητά του, από τη στιγμή που θα βάλει το κλειδί το πρωί στην πόρτα του μαγαζιού του, μέχρι τη στιγμή που θα σβήσει τα φώτα το βράδυ. Χρονικά η αφήγηση καλύπτει ένα έτος, το 2014 και μέσα από την κάθε μέρα που περιγράφει, μας φέρνει ακόμη πιο κοντά στο αγαπημένο μας είδος, τα βιβλία! Με γλώσσα απλή και καθημερινή, διάστικτη από τις ιδιομορφίες της Σκωτσέζικης κουλτούρας, ο Μπάιτελ μας μιλάει για τον καθημερινό του αγώνα να τα φέρει βόλτα με τις παραγγελίες, τις πωλήσεις, το προσωπικό και τις κόντρες του μαζί τους, τους πελάτες με τις πάμπολλες ιδιοτροπίες κι απαιτήσεις αλλά και για τη μεγαλύτερη "πληγή" που ταλανίζει τα βιβλιοπωλεία παγκοσμίως, το Amazon. Μας δίνει πολλές πληροφορίες για βιβλία και συγγραφείς που δεν έχουμε γνωρίσει στην Ελλάδα κι ίσως και να μην γνωρίσουμε ποτέ. Οι ιστορίες που μοιράζεται μαζί μας ο συγγραφέας είναι αληθινές, συγκινητικές αλλά και πολλές φορές σπαρταριστές. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου γέλασα δυνατά, με την καρδιά μου. "Το ημερολόγιο ενός βιβλιοπώλη" είναι ένα απολαυστικό βιβλίο, το οποίο πρέπει να διαβάσει κάθε εραστής της λογοτεχνίας και όχι μόνο. Και μπορεί με τα γραφόμενά του, ο Μπάιτελ να με προσγείωσε ανώμαλα και να απομυθοποίησα την ιδέα "ιδιοκτήτρια βιβλιοπωλείου", ωστόσο ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγάπη μου γι' αυτά και την πεποίθησή μου ότι πρέπει να στηρίζουμε όσο μπορούμε τα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς μας. Καλές αναγνώσεις!

0

Ο σκύλος μου ο ηλίθιος



Απολαυστικότατο!

Με το διαβήτη να απειλεί σοβαρά τη σωματική του ακεραιότητα, ο John Fante έγραψε τη νουβέλα του «Ο σκύλος μου ο Ηλίθιος», στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ωστόσο, αυτή δε δημοσιεύτηκε παρά μόνο 20 χρόνια μετά, το 1985, μετά το θάνατο του συγγραφέα. Τι σχέση όμως, μπορεί να έχει, ένας σκύλος με τα καρότα και ένα ξεπεσμένο συγγραφέα/σεναριογράφο ιταλικής καταγωγής; Αν η απάντηση σας είναι ότι ο συγγραφέας έχει ένα σκύλο, στον οποίο αρέσουν τα καρότα, θα σας έλεγα ότι έχετε δίκιο, μόνο όμως για το πρώτο σκέλος. Τι έχουμε όμως εδώ; Πρόκειται για μια κωμική νουβέλα, η οποία αναπαράγει την καθημερινότητα του Χένρι Μολίσε, ενός μεσήλικα, αποτυχημένου σεναριογράφου, ο οποίος κατοικεί μαζί με την εξαμελή οικογένειά του σε κάποιο τυποποιημένο προάστιο της Καλιφόρνια. Ο Μολίσε βλέπει το «αμερικάνικο όνειρο» να ξεμακραίνει μέρα τη μέρα από το κατώφλι του, μιας και δεν έχει καταφέρει ακόμα να πραγματώσει το δίπολο «επιτυχημένη καριέρα» και «τέλεια προσωπική/οικογενειακή ζωή». Την πραγματικότητά του όμως, έρχεται να ταράξει ένας τετράποδος εισβολέας. Ένα σκυλί ράτσας Ακίτα, ημίαιμο (ή και καθαρόαιμο… ποτέ δε μάθαμε), το οποίο δε μπορεί να κρύψει την… προτίμησή του στους άντρες και τα άλλα αρσενικά σκυλιά!!! Ονομάζουν το σκυλί Ηλίθιο! Ο Ηλίθιος γίνεται ο «φόβος κι ο τρόμος» της γειτονιάς, αφού «χτυπάει ότι κινείται», εάν αυτό είναι γένους αρσενικού. Το χιούμορ του Φαντέ είναι πικρόχολο και μερικές φορές χαιρέκακο. Αποτυπώνει ανάλαφρα μεν, με σκληρότητα δε, βαθιές σκέψεις και συναισθήματα. Οι περιγραφές των «ροζ» επιθέσεων του σκύλου, αν και πραγματικά ξεκαρδιστικές, δεν παύουν να είναι κι ανησυχητικές, αφού φαίνεται πως προβάλουν με σαφήνεια, τις ανασφάλειες και την κρίση ταυτότητας που περνά ένας μεσήλικος άντρας. Αυτό όμως που ξεκίνησε πολύ χιουμοριστικά, γίνεται στη συνέχεια συγκινητικό και σε κάποια σημεία ιδιαίτερα λυπηρό. Τη «ραχοκοκκαλιά» του έργου διατρέχει οξύς κυνισμός και διαπεραστική ειρωνεία. Διαπιστώσουμε ότι, μέσα από τις εκρήξεις γέλιου που μας προκαλεί, φέρνει στην επιφάνεια σοβαρά θέματα, όπως είναι η εθνική και σεξουαλική ταυτότητα, η διαφορετικότητα, η κρίση της μέσης ηλικίας, η αρρενωπότητα, η αυτοπραγμάτωση, η αυτοεκτίμηση κτλ. Ο Fante καταγράφει με μεγάλη οξύνοια την αναπόφευκτη απώλεια της αθωότητας, η οποία προκύπτει μέσα από τη ξαφνική συνειδητοποίηση. Το «Ο σκύλος μου ο Ηλίθιος» είναι ένα γρήγορο και ευχάριστο ανάγνωσμα, μια δραματική κομεντί και Ο Χένρι Μολίσε, ένας από τους πιο σφριγηλούς λογοτεχνικούς χαρακτήρες που έχω γνωρίσει τα τελευταία χρόνια. Μια υπέροχη παρέα! Είναι ένα μικρό διαμάντι το οποίο θα συνιστούσα ανεπιφύλακτα σε όλους. Υ.Γ. Ξέρω ότι δε σας μίλησα καθόλου για καρότα. Δε σας εξήγησα. Ούτε και πρόκειται όμως. Σας αφήνω να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Και πιστέψτε με όταν σας λέω, θα γελάσετε πολύ όταν κατανοήσετε το συνειρμό!

0

Χωρίς όνομα



Απογοήτευση

Είχα μεγάλες προσδοκίες για το συγκεκριμένο βιβλίο, μετά τα τρία πρώτα της σειράς με τον Έντι Φλυν που έχω διαβάσει (τα 2 πρώτα στα αγγλικά). Δυστυχώς όμως δε δικαιώθηκαν με την ανάγνωση του «Χωρίς όνομα». Με το χέρι στην καρδιά θα σας πω ότι αν δεν ήταν τόσο καταιγιστικά γρήγορο και με όμορφη και στρωτή γραφή, το πιθανότερο, θα το είχα αφήσει στην άκρη. Μια ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά, δοσμένη από την πλευρά του δολοφόνου, με πολύ μπλέξιμο, πολλούς θύτες και πολλά θύματα. Επιπλέον, διαθέτει πολλές ανατροπές, που για κάποιον μπορεί να είναι ατού, προσωπικά όμως τις βρήκα ανούσιες κι ένα κίνητρο το οποίο αν όχι κλισέ, το χαρακτηρίζεις άνετα συνηθισμένο. Το τέλος του ήταν ενδιαφέρον. Κάπως διφορούμενο αν κι όχι τόσο κραυγαλέα διφορούμενο. Δε μας αφήνει σε cliffhanger αλλά εγώ ένιωσα ότι υπάρχει κάτι πίσω από αυτό. Μια τελευταία ανατροπή, σα να σου λέει ότι όσα έχεις καταλάβει μέχρι τώρα είναι όλα λάθος! Συνοψίζοντας, βάζω στα υπέρ: - Ωραία και στρωτή γραφή - Γρήγορος ρυθμός με εξίσου γρήγορες εναλλαγές - Έξυπνο σενάριο με δυναμικές σκηνές, χωρίς προσπάθεια εντυπωσιασμού με αιματοβαμμένα σκηνικά - Καλοσχεδιασμένοι χαρακτήρες (με εξαίρεση τη Μαρία – δε με έπεισε) - Ενδιαφέρον τέλος Στα κατά βάζω τα ακόλουθα: - Υπόθεση παρατραβηγμένη και καθόλου πρωτότυπη - Νοηματικά κενά στα χρονικά σούρτα-φέρτα - Έλλειψη της αγωνίας που ένιωσα στα προηγούμενά του - Καλύπτει ένα τεράστιο φάσμα «κακών». Κλέφτες, απατεώνες, εκβιαστές, δολοφόνους. Σκέτη ζαλάδα - Για μένα ένα θρίλερ σημαίνει ότι με κρατάει thrilled. Ε, αυτό δεν το ένοιωσα ποτέ Και το χειρότερο; - Έλλειπε ο Έντι Φλυν!!! Γνωρίζοντας τον Cavanagh ξέρω ότι μπορεί πολύ-πολύ καλύτερα απ’ όσο μας έδωσε με το «Χωρίς όνομα», οπότε θα συνεχίσω να το διαβάζω και να περιμένω με αγωνία κάθε επόμενο βιβλίο του. Αυτό πάντως δε μου ταίριαξε.

1

Η μαμά έχει άδικο



Πραγματικά καθηλωτικό!

Η σχέση μου με το Μισέλ Μπισί ξεκίνησε με κάμποσα σκαμπανεβάσματα και με πολλά «κενά αέρος», με «Το κορίτσι της πτήσης 5403». Παρ' όλες τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει τότε, εμένα δε με κέρδισε. Αν και το είχα διαβάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα, ένοιωσα να με χάνει κάποιες φορές. Η ιστορία έμοιαζε να είναι στημένη σε σαθρό υπόβαθρο, που στην παραμικρή δόνηση θα σωριαστεί κάτω σαν χάρτινος πύργος, ενώ η αποκάλυψη δεν αποτέλεσε καμία απολύτως έκπληξη για μένα. Έτσι λοιπόν, όταν έλαβα ως δώρο το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του, το «Η μαμά έχει άδικο» ήμουν αρκετά διστακτική για το αν θα το πιάσω. Εξ’ ου και πέρασαν τρία χρόνια, μέχρι να έρθει η στιγμή να το διαβάσω. Τελικά, αυτό που έχω να πω είναι πως το άδικο ήταν όλο δικό μου. Κι αυτό γιατί με αυτή την προσπάθεια, ο Μπισί πέρασε σε άλλο επίπεδο τη γραφή του, αποδεικνύοντας περίτρανα πόσο χαρισματικός συγγραφέας είναι. Κοντολογίς το λάτρεψα! Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, δεν υπάρχει τίποτα πιο εφήμερο από τη μνήμη ενός παιδιού. Έχοντας αυτό ως κεντρικό άξονα, ο Μπισί πλέκει μια αξιοθαύμαστη κι απόλυτα πρωτότυπη ιστορία, προκαλώντας το μυαλό και το συναίσθημα του αναγνώστη. Μια ιστορία γρίφων, που προκύπτουν μέσα από άλλους γρίφους και που παίζουν απίστευτα με το νου μας. Μπορώ να σας βεβαιώσω μάλιστα, δεν το έχει σε τίποτα, να μας φέρει στα άκρα παίζοντας με τα νεύρα μας και δημιουργώντας μια τεταμένη ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζει. Έχοντας διαβάσει πάρα πολλά βιβλία όπου πρωταγωνιστεί κάποιο μικρό παιδάκι, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να στηθεί μια ενδιαφέρουσα και στιβαρή πλοκή γύρω από ένα παιδί, εκτός κι αν αυτό παίζει το ρόλο του θύματος. Αλλά όχι εδώ. Όχι με το Μπισί και όχι με το «Η μαμά έχει άδικο». Εδώ, αν και άνετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως το παιδί ήταν το θύμα, έχουμε ένα μικρό μαχητή. Ένα παιδί που βροντοφωνάζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι η μητέρα του δεν είναι η μαμά του. Ένα παιδί, 3 μόλις ετών, που αντιστέκεται σθεναρά, σε αυτό που βαθιά μέσα του, ξέρει ότι είναι λάθος. Ειλικρινά, αν συναντούσα ποτέ το συγγραφέα θα ρωτούσα: «Πως; Πως σκέφτηκες να γράψεις γι’ αυτό; Τι ήταν αυτό που έθεσε σε λειτουργία το μηχανισμό. Τι, πες μου!» Δεν είναι μόνο το ευφυές κι ασυνήθιστο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Είναι και το πώς διαχειρίζεται τους ήρωές του, πως ελίσσεται μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της σκέψης του, πώς πειραματίζεται με νέες φόρμες και ιδέες και εν τέλει, πως οδηγεί την ιστορία από παράπλευρα δρομάκια στον τελικό της προορισμό. Με το «Η μαμά έχει άδικο» ο Μισέλ Μπισί μας χαρίζει ένα κορυφαίο και γεμάτο νεύρο αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και τίποτα δεν καταλήγει όπως νομίζει ο αναγνώστης ότι θα καταλήξει. Ένα παραμύθι όπου πρωταγωνιστής είναι το ψέμα και γκεστ σταρ η διπροσωπία. Τόπος που εκτυλίσσεται η ιστορία είναι μια κοινωνία αλλοτριωμένη. Μια κοινωνία που έχει μάθει να δέχεται, να ανέχεται και να μη μιλάει. Να μην αντιδρά. Με την πένα του ο συγγραφέας κατορθώνει να παντρέψει την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έντεχνα, να πέσει ο ίδιος μέσα στις «παγίδες» της ιστορίας του. Με ρέουσα και σταθερή γραφή αρχικά, το «Η μαμά έχει άδικο» με άρπαξε από την πρώτη αράδα. Από ένα σημείο και μετά δε, ο μέχρι τότε σταθερός ρυθμός μετατρέπεται σε ένα φρενήρες ανθρωποκυνηγητό. Πραγματικά καθηλωτικό! Το λάτρεψα και σας το προτείνω ολόψυχα! Εννοείται ότι ακολουθεί η θέαση της τηλεοπτικής σειράς και η ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου, με τίτλο «Τρία μαύρα νούφαρα», το οποίο και αυτό, κάθεται στο ράφι εδώ και πάνω από τρία χρόνια.

0

Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος



Από τα βιβλία που τα θυμάσαι!

Ο Αλεχάντρο Μ. Γκάγιο, εκτός από συγγραφές του περίφημου neo-polar αστυνομικού μυθιστορήματος «Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος», είναι και παρασημοφορημένος διοικητής της αστυνομίας της πόλης Jijon, στην Ισπανία. Είναι πολυγραφότατος και μάλιστα, το πρώτο του μυθιστόρημα «Asesinato de un trotskista», βρέθηκε μεταξύ των τριών επικρατέστερων, για το διεθνές βραβείο Umbriel. Το «Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος» είναι το πρώτο βιβλίο του που εκδίδεται στην χώρα μας κι ειλικρινά ελπίζω, όχι το τελευταίο! «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΟΥ! Μία συνέντευξη για την βελτίωση της εικόνας του Σώματος, είπε ο παρλαπίπας ο αρχηγός». Όταν ένα βιβλίο ξεκινάει με τέτοιο θράσος, σε υποψιάζει ότι κάτι καλό ακολουθεί. Η ιστορία του Γκάγιο διαρκεί όσο μια μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή, Παρασκευή βράδυ. Όλη τη νύχτα δηλαδή. Ο ήρωάς μας, φέροντας το γελοίο όνομα Γοργόνιο Γιανέθα, διατάσσεται από τον ανώτερό του, να παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη εικόνα της αστυνομίας, στους ακροατές μιας ραδιοφωνικής εκπομπής. Ανάμεσα λοιπόν σε απολαυστικές μπουκιές τυριού από την Θαμόρα και πικάντικο χαμόν από το Γκιχουέλο και με τη γλώσσα να «λύνεται» από το εξαίσιο κρασί της Ριόχα, ο Γοργόνιο μας μεταφέρει πίσω στο 1972, την περίοδο όπου το Φρανκικό καθεστώς προσπαθεί να διορθώσει την εικόνα του προς τα έξω, επιτρέποντας σε Ισπανούς εξόριστους να επαναπατριστούν. Έχοντας μπει, κυριολεκτικά από σπόντα στην αστυνομία, την πρώτη του κιόλας μέρα υπηρεσίας, στην επαρχία του Καστεγιόν (κάτι σαν την Άνω Ραχούλα τη δική μας…), ο υπαρχιφύλακας Γιανέθα δέχεται την εντολή να πάει να καταγράψει ένα θανατηφόρο αυτοκινητικό δυστύχημα. Εύκολη δουλειά και γρήγορη. Ότι πρέπει για ένα… στραβάδι σαν το Γοργόνιο. Έλα όμως που αλλιώς τα σχεδίαζαν οι ανώτεροί του κι αλλιώς τους τα έφερε, αφού ο Γοργόνιο έφυγε για ένα τροχαίο και γύρισε με ένα έγκλημα! Δεν θα πάω παρακάτω στην υπόθεση του έργου, γιατί σε ένα τόσο ολιγοσέλιδο βιβλίο, οτιδήποτε περισσότερο πω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίων μου. ;-) ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΟΥ! Μία συνέντευξη για την βελτίωση της εικόνας του Σώματος, είπε ο παρλαπίπας ο αρχηγός. […] Η αλήθεια είναι ότι είμαι ενθουσιασμένη με αυτό το βιβλιαράκι. Το σκέφτομαι συνέχεια, παρόλο που έχουν περάσει κοντά 15 ημέρες από τότε που το διάβασα. Είναι ακριβώς το στυλ και το ύφος που λατρεύω. Πρόκειται για μια αντιφασιστική νουβέλα, μια απολαυστική μίξη από μυστήριο, αστυνομική έρευνα, ενδιαφέροντες και πολυδιάστατους χαρακτήρες, σαρκαστικούς και στακάτους διαλόγους και έξυπνο κι ενίοτε βιτριολικό χιούμορ. Αφηγείται την ιστορία του με γλαφυρότητα και σε πρώτο πρόσωπο, μέσα από σύντομες παραγράφους και κοντά κεφάλαια. Περιγράφει έντεχνα τις πρακτικές που ακολουθούσε η αστυνομία και μας δίνει μια μόνο ιδέα αλλά πολύ περιεκτική, από τα βασανιστήρια «υπόπτων» από την Κοινωνική Υπηρεσία -τίτλος/καμουφλάζ για τους ακόλουθους της χούντας του Φράνκο. Μια κατά μέτωπο κριτική της ισπανικής Αστυνομίας. Πόσο σπάνια συναντάμε κάτι τέτοιο; «Σήμερα, αυτό που προέχει είναι η υποκρισία. Ζούμε σε μια εποχή και σε μια πραγματικότητα όπου η υποκρισία κυριαρχεί στη ζωή μας», γράφει σε κάποιο σημείο και σκέφτομαι πόσο επίκαιρο εξακολουθεί κι ακούγεται αυτό. […] Σήμερα, αυτό που προέχει είναι η υποκρισία. Ζούμε σε μια εποχή και σε μια πραγματικότητα όπου η υποκρισία κυριαρχεί στη ζωή μας […] Όπως έχουμε συναντήσει και στο παρελθόν, σε ανάλογα μυθιστορήματα, έτσι κι εδώ γίνεται αναφορά στο κυνήγι των Ισπανών Κομμουνιστών και των αντιεξουσιαστών και την εθελοντική τους εξορία, στη γείτονα χώρα, Γαλλία. Έχουμε δηλαδή για μιαν ακόμη φορά, την σύμπραξη Γαλλίας-Ισπανίας, τονίζοντας τη σχέση των δυο Λαών, σε περιόδους πολέμου ή αντίστασης, όπως η Επανάσταση στην Ισπανία και η Γαλλική Αντίσταση του Β.Π.Π. Με λιτό και σεμνό λόγο, ο Γκάγιο κάνει τις αναφορές του στα γεγονότα και τα πρόσωπα, περιγράφοντας τα πολιτικοκοινωνικά παρασκήνια. Δείχνει το δέοντα σεβασμό στην ιστορική μνήμη. Κάτι που λάτρεψα μεταξύ άλλων, είναι το πώς εναλλάσσει o συγγραφέας την χρονική τοποθέτηση. Από την αφήγηση των ιστορικών γεγονότων και των περιπετειών του Γοργόνιο, στο σήμερα και στη ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο “Black Friday Night”. Εκπληκτική η εικονοπλαστική δυνότητα και το ταλέντο του Γκάγιο. Σα να παρακολουθείς νουάρ ταινία στον κινηματογράφο. Η αναφορά στα τραγούδια που παίζει ενδιάμεσα ο σταθμός... Τα λάτρεψα. Έφτιαξα play list με αυτά και την ακούω συχνά έκτοτε. Και με δεδομένο ότι ο ίδιος ήταν ο διοικητής της αστυνομίας του Χιχόν (έχει συνταξιοδοτηθεί πλέον), θεωρώ ότι τα γραφόμενά του έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα, αφενός γιατί γνωρίζει εκ των έσω την μεθοδολογία και τις πρακτικές της ισπανικής αστυνομίας, τότε και σήμερα κι αφετέρου γιατί δε μασάει τα λόγια του και δε φοβάται να προβεί σε αποκαλύψεις. Το δικό του το κρασί, ο Γκάγιο δεν λέει να το νερώσει! Κάπου εδώ θα κλείσω την άποψή μου. Όχι όμως χωρίς να πω ότι ο Αλεχάνδρο Μαρτίνεθ Γκάγιο και ο ήρωάς του, ο υπαρχιφύλακας Γοργόνιο Γιανέθα ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Στις μόλις 200 σελίδες της νουβέλας κατάφεραν να τα πουν όλα και να με συναρπάσουν. Τους αγαπώ πολύ και τους δύο. Είμαι σίγουρη πως οι λάτρεις της neo-polar σχολής θα το εκτιμήσετε δεόντος, εξ ού και σας το προτείνω χωρίς δεύτερη σκέψη!

0

Μαύρο καλοκαίρι



Αγαπημένος Craven, λατρεμένο ντουέτο!

Με το νέο του βιβλίο ο M.W.Craven απέδειξε περίτρανα ότι, η επιτυχία του με τις «Μαριονέτες» δεν ήταν τυχαία. Με το «Μαύρο καλοκαίρι» ο συγγραφέας μας προσφέρει μια καλογραμμένη και πρωτότυπη περιπέτεια. Και μπορεί αυτό το δεύτερο πόνημα να μην έχει την ταχύτητα ή τη δράση που είχε το πρώτο, ωστόσο, παρατηρούμε σημαντική εξέλιξη στη γραφή του ενώ κάποια highlights στην πλοκή του χαρίζουν την ένταση που αναζητά ο αναγνώστης. Με το «Μαύρο Καλοκαίρι» ο Craven φέρνει μαζί του ξανά και το σούπερ δίδυμο Πόου και Τίλι. Αχ, πόσο τους αγαπώ… Αυτή τη φορά, γνωρίζουμε λίγο καλύτερα τον Πόου ενώ παρατηρούμε ότι η Τίλι έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, τόσο που βγάζει μέχρι και «γλώσσα».* Οι δυο τους έχουν φοβερή χημεία και η συνεργασία τους είναι γοητευτική. *Φλιν: Τίλι, εσύ αναλαμβάνεις τον υπολογιστή. Τίλι: Εμ, ποιος άλλος; Μήπως να βάζαμε τον Πόου να τον χειριστεί; (Πόου = Άνθρωπος των σπηλαίων τεχνολογικά) Οι διάλογοί είναι απολαυστικοί. Διακρίνονται τόσο από φιλοσοφική διάθεση** όσο κι από εύστοχο αν και λεπτό σαν πάχνη χιούμορ: «Οι ιατροδικαστές έχουν τους πιο κουλ*** ασθενείς». **«Κανένας δεν πιστεύει ότι έχει προδιάθεση για την επιβεβαίωση, το πιο αποτελεσματικό από τα εμπόδια του επαγωγικού συλλογισμό.» Στο δεύτερο βιβλίο του ο Craven, μας προσφέρει γνώση απλόχερα, πάνω σε ιατροδικαστικά θέματα, θέματα των υπηρεσιών του νόμου, ακόμα και πάνω σε συνταγές της υψηλής γαστρονομίας. Ίσως βέβαια και το παράκανε λίγο με τα ακρωνύμια των υπηρεσιών του νόμου και τις συνταγές μαγειρικής, ωστόσο προσωπικά δεν ένοιωσα να με ενοχλεί αυτή του η υπερβολή. Η πλοκή είναι στιβαρή κι ενδιαφέρουσα και παρόλο που αρχικά δε βγαίνει άκρη από την ιστορία, σιγά-σιγά όλα παίρνουν τη θέση τους, θα ερωτήματα βρίσκουν απαντήσεις και οι γρίφοι τη λύση τους. Δε μένει τίποτα σε εκκρεμότητα. Τέλος, το βιβλίο είναι γεμάτο όμορφες και ζωντανές περιγραφές που βοηθούν τον αναγνώστη να πλάσει εικόνες στο μυαλό του. Εδώ πρέπει να πω ότι, η ζωντάνια στις περιγραφές, κάπου στην αρχή του βιβλίου, λειτούργησε λίγο αντίστροφα για μένα, μιας και μια συγκεκριμένη σκηνή με αρρώστησε. Ευτυχώς ήταν σύντομη και δεν επαναλήφθηκε στην πορεία. Για να ολοκληρώσω, το Μαύρο Καλοκαίρι ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα. Ένα εξαιρετικό crime procedural μυθιστόρημα για… γκουρμέ αναγνώσεις. Το απόλαυσα στο έπακρο. Ανυπομονώ για το επόμενο! _____________________________ *** Κουλ = Cool στα αγγλικά. Σημαίνει ψυχρός/παγωμένος. Μεταφορικά το χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε ενθουσιασμό για κάτι που μας αρέσει.

0

Τρία μαύρα νούφαρα



Υπέροχο!

‘Ένα εντεκάχρονο κοριτσάκι με τεράστιο ταλέντο στη ζωγραφική, μια πανέμορφη δασκάλα που αναζητά το μεγάλο έρωτα και μια ιδιόρρυθμη ηλικιωμένη που ξέρει πολλά και δε μιλάει. Τρεις γυναίκες η κάθε μία με τα δικά της όνειρα, τις δικές της αλήθειες, τους δικούς της φόβους, μα κυρίως, τα δικά της ανομολόγητα μυστικά. Αυτές είναι οι τρεις βασικές ηρωίδες του δεύτερου κατά σειρά μυθιστορήματος του Μισέλ Μπισί, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Και είναι αυτές οι τρεις γυναίκες, τα «Τρία μαύρα νούφαρα» του Μπισί, που εγώ θα θυμάμαι και θα αναπολώ για πολύ καιρό ακόμα. «Το έγκλημα του ονείρου συμφωνώ να θεσπίσουμε» Τα νούφαρα είναι το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο του συγγραφέα αλλά το τρίτο που διάβασα εγώ. Και μετά από αυτό τον κατατάσσω με βεβαιότητα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν πραγματική εμπειρία για μένα. Ένα πραγματικό ταξίδι στο παρελθόν, στα χρόνια που έζησε και μεγαλούργησε ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Κλωντ Μονέ. Ως τόπο όπου διαδραματίζεται έχουμε το Ζιβερνί του Βερνόν, στη Γαλλία. Ειδυλλιακό σκηνικό για μια αριστουργηματική ιστορία. Σχήματα, χρώματα, μυρωδιές, όλα μεταφέρονται στο χαρτί με ένα μαγικό τρόπο, από την πένα του Γάλλου συγγραφέα. Σε αυτό του το έργο ο Μπισί, επιλέγει να εναλλάσσει τη διήγηση από πρωτοπρόσωπη στο τρίτο πρόσωπο, βάζοντάς τον αναγνώστη του πότε στη θέση του ήρωα και πότε σε αυτή του θεατή. Επιπροσθέτως, κόβει τα κεφάλαια πάντα σε πολύ νευραλγικό σημείο, θέτοντάς μας σε κατάσταση συναγερμού και νοσηρής περιέργειας για το τι θα συμβεί παρακάτω. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη, ρέουσα και με εξέλιξη μέτριας ταχύτητας. Σε αντίθεση με το «Η μαμά έχει άδικο», εδώ δεν ένοιωσα τα γεγονότα να με προλαβαίνουν. Αντίθετα, έπαιρνα το χρόνο μου, έτσι ώστε να πραγματοποιήσω κι εγώ τη δική μου, προσωπική έρευνα. Να δω με τα μάτια μου τα έργα του Μονέ, να μάθω για τον ίδιο και κυρίως να γνωρίσω το μαγευτικό χωριό του Ζιβερνί. Γι’ αυτό και πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι να το τελειώσω. Οι διάλογοι… τι να πω για τους διαλόγους; Σχεδόν θεατρικοί. Διέθεταν πλαστικότητα και ζωντάνια. Σα να τους άκουγα πραγματικά. Κι οι μονόλογοι της ηλικιωμένης γυναίκας, επίσης πολύ δυνατοί. Σε ανάγκαζε να την προσέξεις. Να την «ακούσεις». Και οι ήρωες που «ζωγράφισε» ο Μπισί, είναι εξαίσιοι. Πραγματικά μπορούσα να τους δω να περνούν μπροστά μου… Ο αστυνομικός με τη βίντατζ μηχανή και το δερμάτινο μπουφάν, να διασχίζει με ταχύτητα τη λεωφόρο, η γοητευτική γυναίκα, με το λεπτό λουλουδάτο της φόρεμα που περπατά στον επαρχιακό δρόμο αιχμαλωτίζοντας τα βλέμματα. Το κοριτσάκι με τα λερωμένα με χρώματα δάχτυλα και τα κοκκινισμένα μάγουλα που στέκεται μπροστά σε έναν πολύχρωμο καμβά… την υπέργηρη κυρία, που περπατά παραπαίοντας στα χωράφια του Ζιβερνί, στηριγμένη στο μπαστούνι της και σφυρίζοντας στο σκύλο της. Πανέμορφες εικόνες που τις λάτρεψα. Είχα γράψει στην άποψή μου για το «Η μαμά έχει άδικο» ότι ο Μπισί χρησιμοποιεί νέες φόρμες στη γραφή του. Θα το ξαναπώ κι εδώ. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι του αρέσει να πειραματίζεται σε κάθε του έργο. Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς, πως και τα τρία του βιβλία είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Τα νούφαρα δε, είναι ένα έργο που ξεφεύγει από τα στερεότυπα του είδους. Φέρνει τα πάνω κάτω σε αυτά που ξέρουμε και αφήνει πίσω του την πεπατημένη. Δυστυχώς δε μπορώ να γράψω πολλά, χωρίς να προβώ σε αποκαλύψεις, ωστόσο μόνο όποιος το διαβάσει θα καταλάβει τι εννοώ. Το πώς καταλήγει η υπόθεση είναι πραγματικά ευρηματικό. Όσον αφορά εμένα, παρ' όλη την πολύ ζωηρή μου φαντασία, δεν πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό μου, το τι πραγματικά συμβαίνει και η έκπληξή έσκασε μέσα μου σαν ηφαίστειο. Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα αλλά δε θέλω να σας κουράσω. Κλείνω λοιπόν λέγοντας ότι το «Τρία μαύρα νούφαρα» είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε. Ακόμα κι αν είστε λάτρεις της περιπέτειες ή του σκληροπυρηνικού αστυνομικού, δώστε του μια ευκαιρία. Το αξίζει 100%

0

Η σιωπή της λευκής πόλης



Το λάτρεψα

Από την πρώτη στιγμή που είδα στο διαδίκτυο την φωτογραφία του εξωφύλλου του «Η σιωπή της Λευκής Πόλης», ήξερα ότι πρέπει να το κάνω δικό μου. Πανέμορφο εξώφυλλο, ένας τίτλος που ταιριάζει άψογα με την εικόνα που θωρούν τα μάτια σου και μια σύνοψη τόσο ιντριγκαδόρικη, που δεν υπάρχει περίπτωση να μην σου τραβήξει το ενδιαφέρον. Όλα αυτά μαζί με έπεισαν ότι πρόκειται για ένα πολύ δυνατό βιβλίο και το αγόρασα. Και ειλικρινά, το καταχάρηκα. “Η σιωπή της λευκής πόλης” ανήκει κατά την προσωπική μου άποψη, στην κατηγορία των βιβλίων τα οποία σε διχάζουν/τρελαίνουν και από την μια θες να διαβάσεις κι άλλο κι άλλο για να μάθεις τι συμβαίνει παρακάτω κι από την άλλη θες να το αφήσεις από τα χέρια σου, μόνο και μόνο για να μην τελειώσει γρήγορα. Εγώ τουλάχιστον αυτό έπαθα. Κι όταν αυτό τελείωσε, ένοιωσα σα να με εγκατέλειψε ένας επιστήθιος φίλος. Ένα κενό μέσα μου απροσδιόριστο. Ας τα δούμε όμως αναλυτικά: «Η σιωπή της Λευκής Πόλης» αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς βιβλίων με ήρωα τον Κράκεν, κατά κόσμον Ουνάι Λόπεθ ντε Αγιάλα. Η ιστορία ερευνά μια σειρά διπλών τελετουργικών φόνων, οι οποίοι πραγματοποιούνται κατά την διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων ιστορικού, θρησκευτικού ή παγανιστικού χαρακτήρα και σε ιστορικούς τόπους της Βιτόρια, την επονομαζόμενη και Λευκή Πόλη. Οι φόνοι ξεκίνησαν πριν 2 δεκαετίες και διακόπηκαν όταν έγινε η σύλληψη του υποτιθέμενου δολοφόνου, μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν δριμύτεροι, 20 χρόνια μετά και λίγες μόλις μέρες πριν την έξοδό του από την φυλακή με άδεια. Οι φόνοι γίνονται κατά ζεύγη, με τα σώματα, ένα γυναικείο κι ένα αντρικό να κείτονται δίπλα-δίπλα και με τα χέρια τους να αγγίζουν το ένα το πρόσωπο του άλλου εν είδει ενός μακάβριου χαδιού. Η φονική αυτή αλυσίδα έχει σπείρει τον πανικό στην Λευκή Πόλη και τους κατοίκους της, μιας και κανένας δεν νοιώθει πλέον ασφαλής. Ιδίως αν ανήκει στο εκάστοτε ηλικιακό target group του δολοφόνου. Τους φόνους αυτούς καλείται να εξιχνιάσει ο αστυνόμος Αγιάλα, με –εν τέλει- μεγάλο προσωπικό κόστος. Αυτό που ξεχωρίζει σε αυτή την πρώτη προσπάθεια της Σάενθ Ντε Ουρτούρι, είναι η ατμόσφαιρα που απλόχερα μας χαρίζει. Όπως και η πλειοψηφία των Ισπανών συναδέλφων της, έτσι κι αυτή δίνει πολλή σημασία στο περιβάλλον τόσο σαν απτό χώρο, ως και προς την αίσθηση που αφήνει. Την διάθεση που υπάρχει. Η διάθεση λοιπόν στο συγκεκριμένο πόνημα, είναι άκρως ατμοσφαιρική, κλειστοφοβική και με τον φόβο του κακού που καραδοκεί στις σκιές. Δεν θα υπερβάλλω εάν πω ότι οι περιγραφές των τοπίων και των γειτονιών της Βιτόρια είναι από τις πιο όμορφες που έχω διαβάσει ποτέ. Επιπλέον, η αντικειμενική και εμπεριστατωμένη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα σ το κείμενο της Γκαρθία Σάενθ, είναι το επιστέγασμα σε αυτή την προσπάθεια της. Προσωπικά, νοιώθω έντονη την επιθυμία να βρεθώ χειμώνα καιρό, στους υγρούς και παγωμένους δρόμους της πρωτεύουσας των Βάσκων, να ξεναγηθώ στα μεγαλοπρεπή κτήρια, να μάθω την ιστορία τους και να θαυμάσω τα υπέροχα γκράφιτι στους δρόμους. Δράττομαι της ευκαιρίας αυτή, θέλω να πω για την μετάφραση της κυρίας Αγγελικής Βασιλάκου, η οποία είναι εξαιρετική. Σεβάστηκε απόλυτα θεωρό το αρχικό κείμενο και με πανέμορφο αλλά λιτό λόγο, χωρίς αυθαίρετη κοπτοραπτική και φαμφαρονισμούς, κατάφερε να αποδώσει άριστα την ιστορία. Η αλήθεια είναι ότι οι εκδόσεις Ψυχογιός δεν μας έχουν συνηθίσει σε κάτι λιγότερο αλλά όπως και να έχει, θεωρώ ότι οφείλουμε να επικροτούμε τις καλές προσπάθειες. Κι επειδή πάντα ένα καλό βιβλίο χαρακτηρίζεται και από τα αρνητικά στοιχεία που το διέπουν, έχω να πω ότι, στον αντίποδα όλων των προαναφερόμενων, έρχεται κάτι για να με ενοχλήσει σαν «το μπιζέλι κάτω από το στρώμα». Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης και μέσα από τις χρονικές λούπες που εκτυλίσσεται η ιστορία, η συγγραφέας αφήνει αιχμές που αποκαλύπτουν την συνέχεια, αφαιρώντας από τον αναγνώστη το στοιχείο της έκπληξης και μάλιστα σχετικά νωρίς. Αυτό και μόνο αυτό του στέρησε το "τέλειο 10άρι". Ωστόσο όμως, ακόμα κι αυτό το σημαντικό για μένα θέμα, ήταν εύκολο τελικά να προσπεράσω, μιας κι η μαγευτική ατμόσφαιρα, η πρωτότυπη κι ευφυής ιστορία αλλά και η συναρπαστική πλοκή με συνεπήραν. Καταλήγοντας λοιπόν, «Η σιωπή της Λευκής Πόλης» είναι ένα υπέροχο νουάρ μυθιστόρημα, με πλοκή και υπόθεση που ξεχωρίζουν, δράση, αγωνία και κυνηγητό, πολυδιάστατους χαρακτήρες, άριστα δομημένους και επαρκείς ανατροπές που το καθιστούν άκρως ενδιαφέρον. Πλέον αυτών, διαθέτει στοιχεία ηθογραφικά και ψυχογραφικά, τα οποία προσθέτουν στην λογοτεχνική «παλέτα». Διαβάζεται μονορούφι. Αναμένω με αγωνία το επόμενο!

0

Οι τελετουργίες του νερού



Δεν ήταν αυτό που περίμενα

Πολλές φορές, διαβάζοντας βιβλία του ίδιου συγγραφέα, οι περισσότεροι από εμάς, μπαίνουμε στη διαδικασία της σύγκρισης. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για δυο βιβλία από την ίδια σειρά. Όσο και να προσπάθησα λοιπόν να αποστασιοποιηθώ, δεν τα κατάφερα. Νοιώθω ότι σε αυτή τη δεύτερη προσπάθειά της, η Eva García Sáenz de Urturi δε μου έδωσε αυτά που διακαώς περίμενα. Θα ξεκινήσω από τα πολύ θετικά του βιβλίου, τα οποία δεν είναι άλλα από την υπέροχη κι επιβλητική ατμόσφαιρα, τις μαγευτικές περιγραφές των ιερών τοποθεσιών και τις λεπτομέρειες της Κέλτικης μυθολογίας και των εθίμων που η συγγραφέας μοιράζεται μαζί μας. Πέρασα πολλές ώρες στο διαδίκτυο αναζητώντας τους τόπους, τις γιορτές και τα λατρευτικά έθιμα που μας περιγράφει. Πραγματικά θεωρώ ότι έχει κάνει έξοχη δουλειά σε αυτό το κομμάτι. Με τα μικρά του κεφάλαια, τα οποία μας ταξιδεύουν πίσω-μπρος στο χρόνο, «Οι τελετουργίες του νερού» διαβάζονται πάρα πολύ γρήγορα και ξεκούραστα. Η πλοκή είναι καλοστημένη κι εξελίσσεται ομαλά, ακριβώς όπως και στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας, με αρκετές ανατροπές στο ενδιάμεσο. Ως εκ τούτου, για έναν αναγνώστη ο οποίος θα γνωρίσει τη συγγραφέα με αυτό της το βιβλίο, θα ενθουσιαστεί πιστεύω. Θεωρώ πως αν δεν είχα διαβάσει το πρώτο μέρος, το πιθανότερο είναι ότι θα μου άρεσε πολύ. Τώρα όμως, το βρήκα άνευρο και χλιαρό, τουλάχιστον μέχρι τη σελίδα 400, οπότε άρχισε να έχει ενδιαφέρον. Με κούρασε πολύ με τις συχνές αναφορές στην αφασία του Ουνάι και με τις διακυμάνσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις των ηρώων. Άσε που μου προέκυψε το εύλογο, πιστεύω ερώτημα: Μα καλά, όλα σε αυτόν τον άνθρωπο συμβαίνουν; Μιλώντας μας για το παρελθόν του Κράκεν και των φίλων του, από όταν ήταν στη μεταεφηβική ηλικία, διαπίστωσα ότι δεν έχουν αλλάξει ή εξελιχθεί, στην πορεία της ζωής τους, πράγμα το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με αυτό που πραγματικά συμβαίνει σε όλους μας. Μεγαλώνοντας αλλάζουμε, άλλοι προς το καλύτερο άλλοι προς το χειρότερο. Σε αντίθεση, οι δευτερεύοντες ήρωες της de Urturi μεγαλώνοντας έγιναν χάρτινοι. Επίπεδοι και χωρίς πλαστικότητα. Τέλος, κάτι που με μπέρδεψε ήταν το πώς αποδίδεται ο χρόνος. Παρόλο που κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια ημερομηνία, κάπου δεν υπάρχει συνοχή ή λογική. Είναι κάπως σουρεαλιστικό όλο αυτό. Για παράδειγμα, μιλάει για κάτι που συνέβη μόλις μερικούς μήνες πριν αλλά το περιγράφει σα να συνέβη χρόνια πίσω. Προσωπικά κάποια στιγμή ένοιωσα να ζαλίζομαι στην προσπάθεια να συνδέσω χρονικά τα γεγονότα. Κλείνοντας θα πω ότι αν και δεν ήταν αυτό που περίμενα, τουλάχιστον δε μου στέρησε την επιθυμία να διαβάσω και το τρίτο μέρος. Θα το περιμένω αλλά όχι με την αγωνία που περίμενα αυτό.

0

Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού



Μια συνταρακτική ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα

Μια ιστορία αφιέρωμα, στις αφανείς ηρωίδες της SOE (Special Operations Executive)* «Σε καιρό πολέμου, η αλήθεια είναι τόσο πολύτιμη, που θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται από μια σωματοφυλακή ψεμάτων» Ουίνστον Τσόρτσιλ Η αυλαία ανοίγει με φόντο τη Νέα Υόρκη του 1946. Η Γκρέις Χίλι, αργοπορημένη για τη δουλειά της κι αντιμετωπίζοντας ένα τροχαίο που έχει κλείσει το δρόμο, αποφασίζει να κάνει παράκαμψη μέσα από το Γκράντ Σέντραλ, τον κεντρικό σταθμό της πόλης, προκειμένου να κερδίσει χρόνο. Η παράκαμψη αυτή θα φέρει στο δρόμο της μια ξεχασμένη βαλίτσα. Η ανθρώπινη περιέργεια ωθεί τη Γκρέις να την ανοίξει. Ανοίγοντάς την αποσκευή είναι σα ν΄ανοίγει το Κουτί της Πανδώρας, απ’ όπου ξεπετάγεται μια απίστευτη και συνάμα συναρπαστική ιστορία. Στις σελίδες που θα ακολουθήσουν θα γνωρίσουμε τρεις γυναίκες απλές και καθημερινές, που η ζωή τις έφερε τη μία στο δρόμο της άλλης. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, η Jenoff μας δίνει πολλές και πολύτιμες πληροφορίες για τις γυναίκες κατασκόπους της SOE και το έργο τους. Περιγράφει με λεπτομέρειες τη στρατολόγηση των κοριτσιών, την αμείλικτη εκπαίδευσή τους και τις σχέσεις αδελφικής φιλίας που τα ένωνε. Απ’ ότι προκύπτει από την ιστορία, λόγω του ότι οι άντρες κατάσκοποι είχαν ως επί το πλείστον είτε αποκαλυφθεί, είτε κινούσαν τις υποψίες των Ναζί, οι νέες αυτές κοπέλες, όλες έχουσες πάρα πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας, επιστρατεύονταν από τη SOE, και μετά από την εκπαίδευσή τους, έπαιρναν «φύλλο πορείας» για τη Β.Γαλλία, όπου θα έπαιζαν το δικό τους, νευραλγικό ρόλο, στην Αγγλογαλλική Αντίσταση. «Δημιούργησε μια ιστορία, για την οποία θα είσαι περήφανη» Οι χαρακτήρες που έπλασε με την πένα της η συγγραφέας έχουν νεύρο, είναι μεστοί και αληθοφανείς. Έχουν πλαστικότητα και μια δυναμική που προσωπικά την απόλαυσα. Ο τρόπος που τους διαχειρίζεται δε, είναι ευφυής και προφέρει στην ιστορία. Σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με στρατιώτες που έχουν δώσει όρκο στον αγώνα αλλά για απλά καθημερινά κορίτσια, που κατάφεραν να υπερβάλλουν εαυτόν, να θέσουν σε έλεγχο αρχέγονα συναισθήματα όπως είναι ο φόβος, ο πόνος, η δειλία και να υπερπηδήσουν ασύλληπτα εμπόδια, με δύναμη ψυχής που, μέχρι χθες, ούτε οι ίδιες γνώριζαν ότι κατέχουν. Aπλά καθημερινά κορίτσια, που κατάφεραν να υπερβάλλουν εαυτόν Είναι πολύ συγκινητικές οι περιγραφές της Μαρί, μια από τις εκπαιδευόμενες πράκτορες, γονέα ενός μικρού κοριτσιού και σκληρά εργαζόμενης. Βλέπουμε τη θυσία που κάνει, αφήνοντας πίσω την κορούλα της και τη μάχη που δίνει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις τρομακτικές απαιτήσεις του εγχειρήματος. Μας εξιστορεί την αγωνία, τον πόνο, το φόβο αλλά και την αλληλεγγύη μεταξύ των κοριτσιών/πρακτόρων. Ρισκάρει τη ζωή της κι αγωνίζεται να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που της έχει ανατεθεί. Είναι ένα από τα βασικότερα πρόσωπα της ιστορίας και για μένα αυτό με το οποίο δέθηκα περισσότερο. «Στρίμωχναν κομματάκια χαρτί στη στενή χαραμάδα των παραθύρων του κελιού και τα έσπρωχναν να πέσουν στο έδαφος σαν χαρτοπόλεμος. Ήταν σημειώματα, ορνιθοσκαλίσματα πάνω σε ό,τι μπορούσαν να βρουν, γραμμένα με κάρβουνο ή μερικές φορές με αίμα, στα οποία ρωτούσαν για συγγενείς ή προσπαθούσαν να στείλουν νέα τους. Ή ήταν απλώς ένα “Je suis la”, είμαι εδώ και μετά ένα όνομα γιατί σύντομα θα σταματούσαν να υπάρχουν και κάποιος έπρεπε να τις θυμάται.» Η γραφή και το ύφος της Pam Jenoff είναι λιτά και προσιτά. Μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, μας μεταφέρει μπρος-πίσω στο χρόνο, ξετυλίγοντας σαν κουβάρι την πλοκή και χωρίς να κουράζει αλλά ούτε να δυσκολεύει τον αναγνώστη που παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα. Αντίθετα, το βιβλίο διαβάζεται άνετα και ευχάριστα. Αν μπορώ να πω ότι κάτι με «ενόχλησε», αυτό θα ήταν το γεγονός ότι δε δόθηκε η ένταση που εγώ θα επιθυμούσα, σε σχέση με το ιστορικό πλαίσιο. Μιλάμε για την πιο σκοτεινή στιγμή της ανθρώπινης υπόστασης. Θα ήθελα με κάποιο τρόπο, να αποδώσει αυτή την «ασχήμια» η συγγραφέας. Ωστόσο, κατανοώ ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ντοκουμέντο αλλά με ένα μυθιστόρημα, που κύριο θέμα του είναι οι ηρωίδες και τα επιτεύγματά τους και όχι οι κτηνωδίες των Ναζιστικών δυνάμεων. Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφερθώ στη μετάφραση του έργου. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι, η σωστή μετάφραση και η καλή επιμέλεια, είναι σημεία κλειδιά για την έκδοση ενός βιβλίου. Η κυρία Αναστασία Δεληγιάννη έχει κάνει λοιπόν, άριστη δουλειά. Με πολύ καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας και όμορφο λεξιλόγιο, χωρίς –ας μου επιτραπεί η έκφραση- «φρου-γρού κι αρώματα», κατόρθωσε να αποδώσει στο μέγιστο βαθμό το πρωτότυπο κείμενο. Εν κατακλείδι, «Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού» είναι μια συναρπαστική ιστορία για την αγάπη, την ανθρωπιά, την αυτοθυσία, τη θέληση, τη δύναμη ψυχής, την τόλμη και τον ηρωισμό. Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, που συγκινεί και καθηλώνει. Είναι ένα βιβλίο που φωτίζει σκοτεινές γωνιές της ιστορίας και που σίγουρα θα λατρέψουν οι λάτρεις του είδους. Αν είσαι ένας από αυτούς, στο προτείνω με το χέρι στην καρδιά! Καλές αναγνώσεις! *Η S.O.E. (Special Operations Executive) ήταν η μυστική υπηρεσία Επιχειρήσεων Ειδικών Αποστολών, στους κόλπους της οποίας εκπαιδεύονταν κατάσκοποι, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχων των κατασκόπων ήταν η αποδυνάμωση και ει δυνατόν, η καταστροφή των δυνάμεων του Χίτλερ στη Γαλλία. Η Jenoff βάσισε την ιστορία του βιβλίου της, πάνω στην πραγματική ιστορία της Vera Atkins, η οποία υπήρξε πράκτορας και σημαίνων πρόσωπο στη SOE. Εργάστηκε στο τμήμα F Section, το οποίο έστειλε συνολικά 470 πράκτορες στη Γαλλία, εκ των οποίων οι 39 ήταν γυναίκες.

0

Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει



Συγκλονιστικό!

«Κάθε μαύρος στην Αμερική γεννήθηκε στην οδό Μπιλ. Η οδός Μπιλ είναι η κληρονομιά μας» «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», θα ήθελα να έχω τη ψυχή και το σθένος να ακούσω τι έχει να μου πει. Γιατί στο δρόμο αυτό έχει γραφτεί –με αίμα πολλές φορές- η ιστορία πολλών γενεών Αφροαμερικανών. Τοποθετημένη στο Χάρλεμ, μια γειτονιά άρρηκτα δεμένη με τους Αφροαμερικανούς, τη τζαζ μουσική και τα μπλουζ, μα και περιβόητη για τη φτώχια, την εγκληματικότητα, τη βία και τα ναρκωτικά, ο James Baldwin συνθέτει μια πανέμορφη και συγκινητική ιστορία αγάπης. Πρόκειται για μια διαφορετική ιστορία αγάπης. Μια ιστορία αγάπης η οποία αντί να χαρακτηρίζεται από μαγευτικά χρώματα, ταξιδιάρικες μουσικές και νοσταλγικές εικόνες, ξεχειλίζει από μελαγχολία, αμφιβολία κι ανασφάλεια. Είναι μια ανθρωποκεντρική ιστορία για τη σχέση δυο νέων, που προσπαθούν να ανθίσουν μέσα από πολύ αντίξοες συνθήκες και με το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις να δηλητηριάζουν τον αέρα γύρω τους. Η ιστορία παρακολουθεί από κοντά ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι και ένα εικοσιδιάχρονο αγόρι, την Τις και το Φόνι. Πολύ ερωτευμένοι οι δυο τους, ζουν στο Χάρλεμ στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Ο κόσμος τους γκρεμίζεται όταν ο Φόνι κατηγορείται αδίκως, για το βιασμό μιας γυναίκας και φυλακίζεται. Το χρώμα της επιδερμίδας του, τού στερεί το δικαίωμα σε μια δίκαιη αντιμετώπιση στη «λευκή» κοινωνία όπου ζει. Έξω από τους ψηλούς τοίχους της φυλακής, η Τις ανεβαίνει το δικό της Γολγοθά, ούσα σε ενδιαφέρουσα, προσπαθώντας, με σύμμαχο τις δυο τους οικογένειες, να βρει αποδείξεις για την αθωότητα του Φόνι και να τον βγάλει από τη φυλακή. «Ελπίζω να μην αναγκάστηκε ποτέ κανείς να κοιτάξει κάποιον που αγαπάει μέσα από ένα τζάμι». Αν και γραμμένο το 1974, το μυθιστόρημα αυτό του James Baldwin, είναι απόλυτα διαχρονικό. Θα μπορούσε κάλλιστα να μιλάει για το σήμερα, αφού κοντά πέντε 10ετίες μετά, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει ως προς την αντιμετώπιση των Μαύρων στην Αμερική, μια χώρα που έχει χτίσει τις βάσεις της πάνω στο μισανθρωπισμό, το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία. Είναι ένα από τα κορυφαία και πιο γνωστά έργα του συγγραφέα, μαζί με τα «Δεν είμαι ο νέγρος σου» και «Το κουαρτέτο του Χάρλεμ», τα οποία αναδεικνύουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο την πολυσύνθετη πραγματικότητα των μειονοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβάλλοντας δυναμικά στη διεκδίκηση των καταπιεσμένων δικαιωμάτων τους. […] «Δεν ήταν ο αράπης κανενός. Και αυτό είναι έγκλημα σε αυτή τη γαμημένη , ελεύθερη χώρα. Έχεις το καθήκον να είσαι ο αράπης κάποιου. Αν δεν είσαι ο αράπης κανενός, είσαι κακός αράπης» […] Η γραφή του Baldwin διακρίνεται από έναν υπέροχο λυρισμό και «ζωγραφίζει» για τον αναγνώστη του εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς. Η πλοκή ξεδιπλώνεται ομαλά, οδηγώντας μας, μέσα από αρκετές ψυχολογικές διακυμάνσεις, σε ένα λυτρωτικό τέλος. Οι ήρωες που δημιούργησε με την πένα του ο Baldwin είναι έξοχοι. Τόσο οι πρωτεύοντες, όσο κι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι πανέμορφοι. Καθένας από αυτούς συμβάλλει στην αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και βοηθούν στη δημιουργία ενός ρεαλιστικού background στην εξέλιξη της ιστορίας. Ιδίως οι θηλυκοί χαρακτήρες είναι απίστευτα δυναμικοί και κρατούν το τέμπο στην πλοκή. Μάλιστα, θα έλεγα ότι η τοποθέτηση των γυναικών στον προμαχώνα της αντιρατσιστικής αντίστασης, δίνει μια ακόμη πιο βαθιά κοινωνική-πολιτική διάσταση στο έργο. Και είναι απόλυτα πραγματικά τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ’ αυτό το αριστούργημα, όσο κι αν ανήκουν στο φάσμα της φαντασίας του συγγραφέα. Γιατί καθένας από εμάς, μπορεί να καταλάβει ότι, κάπου σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχουν πολλές Τις και ακόμα περισσότεροι Φόνι. «Είδες το Φόνι σήμερα;» «Ναι». «Και πως ήταν;» «Πανέμορφος. Τον έχουν πλακώσει στο ξύλο, αλλά δεν τον λύγισαν – αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Είναι πανέμορφος». Όσον αφορά στην έκδοση, οι εκδόσεις Πόλις μας προσφέρουν για μια ακόμη φορά, ένα πολύ περιποιημένο αποτέλεσμα. Όμορφο κι εξαιρετικά εύγλωττο εξώφυλλο, μια εξαιρετική μετάφραση από την κυρία Άλκηστη Τριμπέρη, μια μετάφραση που σέβεται το πρωτότυπο κείμενο και τον αναγνώστη. Ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το κρατάς στα χέρια σου κι απολαμβάνεις να το διαβάζεις. Καταλήγοντας θέλω να πω ότι, το βιβλίο του James Baldwin είναι πολλά παραπάνω από μια σπαρακτική ιστορία αγάπης. Είναι η αποτύπωση μιας ολόκληρης εποχής. Ένα ηχηρό κοινωνικό-πολιτικό μήνυμα για το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις, σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Το «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», είναι ένα ουμανιστικό βιβλίο που μιλάει για τη διεκδίκηση θεμελειωδών δικαιωμάτων όπως η ελευθερία, η ισότοτητα, ο αυτοπροσδιορισμός και η διεκδίκηση της Ευτυχίας. Είναι η ελπίδα κι η αισιοδοξία που πηγάζουν μέσα από μια αθώα ψυχή. Ο καθένας από εμάς πρέπει όχι μόνο να διαβάσει το «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», αλλά και να διαδώσει το κραυγαλέο του μήνυμα! Βιβλία σαν κι αυτό είναι το μέσον προς την εξάλειψη των διακρίσεων κάθε είδους! Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους!

0

Κάθε μυστικό σου



Ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα

Ξύπνησε. Ο Ένα. Ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε άγνωστο χώρο. Τον βλέπουμε να παρατηρεί σπονδυλωτά τα επιμέρους στοιχεία του χώρου. Σα να πυροβολεί: Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Ξύπνησε. Ο Ένα. Η συνειδητοποίηση έρχεται με μια έκρηξη μέσα στο μυαλό του… ΜΠΑΜ!!! Ένα κελί. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΚΛΟΥΒΙ! Και δεν είναι μοναχός του. Γύρω του υπάρχουν άλλοι 5 άνθρωποι, μέσα σε παρόμοια κελιά. Τρεις γυναίκες και τρεις άντρες. Διαφορετικών ηλικιών και όψης. Έξι άνθρωποι φαινομενικά άσχετοι μεταξύ τους. Ή μήπως όχι; Το Γιώργο Δάμτσιο το γνώρισα συγγραφικά μέσα από το πρώτο βιβλίο (Σκοτεινό πέπλο) της σειράς «Ευγενείς άγριοι», το οποίο δε μπορώ να πω ότι με είχε ικανοποιήσει. Είπα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, όπως άλλωστε κάνω κάθε φορά, με το "Κάθε μυστικό σου". Και δικαιώθηκα. Και να’ μαι τώρα να θέλω να διαβάσω και την "Εξημέρωση", το δεύτερο βιβλίο της σειράς :-D. Το «Κάθε μυστικό σου» δεν ανήκει ξεκάθαρα σε κάποια κατηγορία. Ενώ ξεκινάει σαν θρίλερ τρόμου/φρίκης (τύπου Saw, The cube κτλ), στην πορεία αποκτά χαρακτηριστικά κυρίως ψυχολογικού θρίλερ με προεκτάσεις αστυνομικής λογοτεχνίας. Είναι όμως ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα που το ξεπέταξα σε μόλις μερικές ώρες, μη μπορώντας να το αφήσω λεπτό από τα χέρια μου. Οι ιστορίες που τρέχουν παράλληλα είναι δυο. Από τη μια οι έξι άγνωστοι που βρίσκονται κλειδωμένοι σε σιδερένια κλουβιά σε ένα υπόγειο, με κάποιον παρανοϊκό, ο οποίος αποφάσισε να τους εξαγνίσει από τα αμαρτήματά τους κι από την άλλη, η έρευνα για εκβιασμό που πραγματοποιεί ένας ιδιωτικός ερευνητής. Οι δυο ιστορίες αυτές θα έρθουν να συναντηθούν στην πορεία, με μία μεγαλοπρεπή ανατροπή, ενώ στις τελευταίες αράδες μας κερνάει και μια… πικάντικη μπουκίτσα. Στο «Κάθε μυστικό σου», η αλήθεια είναι έχουμε θέμα που έχει ξαναπαίξει πολλάκις στο παρελθόν. Το έχουμε δει ακόμη και σε ταινίες. Ωστόσο, διορθώστε με εάν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που διαβάζουμε κάτι τέτοιο στα ελληνικά εκδοτικά χρονικά. Πλέον αυτού η απόδοση της ιστορίας είναι άρτια και η πλοκή ξετυλίγεται όμορφα, ομαλά και, κυρίως, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς! Μέσα από πολύ σύντομα κεφάλαια, μερικά μόλις μερικών αράδων μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο. Οι χρονικές αυτές λούπες, δεν κουράζουν καθόλου, αντίθετα αφήνουν το χρόνο στον αναγνώστη να «αναπνεύσει», μετά από έντονες σκηνές. Τον Δάμτσιο διακρίνει και εικονοπλαστική δεινότητα. Με τις λέξεις του δημιουργεί εικόνες για τον αναγνώστη. Διαβάζουμε σα να παρακολουθούσαμε ταινία. Ιδίως στις σκηνές του μπουντρουμιού, ακόμα κι εκείνες όπου δεν γίνεται τίποτα το συνταρακτικό, τις ευχαριστήθηκα πολύ. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο δυνατές από αυτές της αστυνομικής έρευνας. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, βάζοντάς μας στην «πρώτη γραμμή του πυρός». Να βλέπουμε τα πράγματα όπως τα βλέπει ο αφηγητής. Με τα δικά του μάτια. Παρακολουθούμε τις σκέψεις να τρέχουν. Ακούμε τα γρανάζια του μυαλού του να γυρίζουν τρίζοντας και να αναπηδάνε κάθε φορά που δύο σκωροφαγωμένα δόντια συναντώνται. Ακούμε τους νοητούς διαλόγους. Νιώθουμε το φόβο που του δηλητηριάζει το αίμα, να εξουδετερώνεται αυτοστιγμεί από ψήγματα ελπίδας. Τον βλέπουμε να φτάνει στα όρια της ανθρωπιάς και της υπομονής. Κάποιες φορές να τα ξεπερνάει και μετά να σιχαίνεται τον εαυτό του. Να μην τον αναγνωρίζει καν. Να μην αναγνωρίζει το «τέρας» που στέκεται μπροστά του. […] Αυτό που με είχε αναστατώσει περισσότερο, όμως, ήτα ο τρόπος που με κοιτούσαν όλοι. Είχαν βάλει το κεφάλι τους ανάμεσα σε δυο κάγκελα ενώ έπιαναν σφιχτά τα αμέσως επόμενα. Ήταν σαν να με περίμεναν να συνέλθω με την ελπίδα ότι θα τους έλυνα όλες τους τις απορίες. Η κατάστασή μου όμως δε διέφερε από τη δική τους. Είχα μόνο ερωτήσεις […] Στα υπέρ του βιβλίου και το χιούμορ. Γέλασα μόλις διάβασα το ευφάνταστο όνομα του δικηγόρου. Πολύ πετυχημένο πραγματικά! Και γενικά συναντάμε πολύ από το χιούμορ του Γιώργου, στις σελίδες του βιβλίου. Ίσως όμως, κάποιες φορές να του ξεφεύγει λίγο και να γίνεται κοινότυπο. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν παύει να είναι χιούμορ, κάτι που προσωπικά εκτιμώ ιδιαιτέρως, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μου. Αγάπησα πολύ και το συμβολικό εξώφυλλο, που μας διηγείται μια ιστορία από μόνο του. Η πεταλούδα Μονάρχης (τυχαίο;), με το μαύρο σώμα και τα χρυσοκίτρινα φτερά, που προσπαθεί να αποδράσει από το καγκελόφρακτο παράθυρο. Απ' έξω ένας δυσοίωνος, σκοτεινός ουρανός, δεν προμηνύει τίποτα καλό. Στο άγγιγμα του ψυχρού μετάλλου, τα λεπτεπίλεπτα φτερά γίνονται στάχτη. Πριν κλείσω θα ήθελα να σχολιάσω κάτι το οποίο συναντάμε συχνά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία όλων των ειδών . Δεν κατανοώ ακριβώς το λόγο για τον οποίο επιλέγει ένας συγγραφέας να κάνει τους βασικούς του πρωταγωνιστές Ελληνοαμερικανούς, Ελληνοϊταλούς κτλ κι όχι σκέτους Έλληνες. Προσωπικά δε μου δίνει το κάτι παραπάνω αλλά αντίθετα με κάνει και νιώθω σαν οι αμιγώς Έλληνες να μην είναι «άξιοι» να συνδράμουν σημαντικά στην πλοκή μιας ιστορίας και μόνο η επιμειξία τους με άλλους λαούς τους καθιστά ικανούς. Ποια είναι αλήθεια, η δική σας γνώμη επ’ αυτού; Ανεξάρτητα όμως από την παραπάνω γενική παρατήρηση, το «Κάθε μυστικό σου» είναι μια περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις κι αγωνία, που θα κρατήσει το ενδιαφέρον σας αμείωτο, μέχρι την τελευταία αράδα. Θα περάσετε καλά μαζί του! Καλή ανάγνωση!

0

Σώσε με



Ο Σίμος στα καλύτερά του!

Έχω πει και παλαιότερα ότι εκτιμώ πάρα πολύ, δυο πράγματα σε κάποιους συγγραφείς: Το ένα είναι η ικανότητά τους να πουν πολλά πράγματα σε λίγες σελίδες και το δεύτερο, η εξέλιξή τους ως λογοτέχνες. Το Δημήτρη Σίμο τον εκτιμώ και το θαυμάζω τόσο γι’ αυτούς τους δυο λόγους, όσο και για την ικανότητά του να εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχολογία, σε σχεδόν «διαστροφικό» βαθμό! Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα μέσα από το νέο του πόνημα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τίτλο «Σώσε με»! Μέσα από το «Σώσε με» βλέπουμε το Δημήτρη Σίμο στα καλύτερά του. Είναι μακράν η πιο ώριμη δουλειά του! Μέχρις ώρας τουλάχιστον. Εντελώς διαφορετική αλλά συνάμα τόσο γνώριμη γραφή. Όπως έχει πει κι ο ίδιος κάποια στιγμή: «Σίγουρα θα με αναγνωρίσετε. Αυτό είναι και το στοίχημα μου. Όποιος με διαβάζει, να λέει αυτός είναι "Σίμος". Να αντιλαμβάνεται την οπτική μου, ανεξάρτητα αν διαβάζει αστυνόμο Καπετάνο ή την ιστορία της οικογένειας Πομάνου.» Στο «Σώσε με» έχουμε να κάνουμε με την οικογένεια τεσσάρων γυναικών. Τη μητέρα και τις τρεις κόρες της. Εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες και συμπεριφορές. Οι σχέσεις τους μοιάζουν να είναι διαταραγμένες και το γιατί το μαθαίνουμε με την πορεία της ιστορίας. Αγαπημένη μου φιγούρα, η ανατρεπτική Νικόλ, η μεσαία κόρη. Βεβαίως, η ιστορία δεν αποτελείται μόνο από τις τέσσερις αυτές γυναίκες. Υπάρχουν κι άλλοι χαρακτήρες, όλοι αληθοφανείς και καλοσχηματισμένοι. Και θέλω να σχολιάσω την αστυνόμο Λουκίδη, η οποία, παρά τις όποιες αδυναμίες και κακές συνήθειες έχει, αλλά και λόγω αυτών, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περσόνα. Μου αρέσει που ο Δημήτρης επέλεξε γυναίκα για το ρόλο αυτό και όχι έναν ακόμα αρσενικό χαρακτήρα. Η ανάλυση των χαρακτήρων είναι εξαιρετική. Πραγματικά με έχει ενθουσιάσει η καταβύθιση στη γυναικεία ψυχοσύνθεση! Θεωρώ ότι είναι σπουδαίο επίτευγμα για έναν συγγραφέα, άντρα, να προσεγγίσει τόσο άρτια και με τόσο σεβασμό το ψυχισμό και τον τρόπο σκέψης της γυναίκας. Ο τόπος όπου τοποθετείται η ιστορία, είναι το κρύο και αφιλόξενο χωριό Κρυφό, κάπου έξω από την Κομοτηνή. Ένα χωριό που όπως λέει και το όνομά του, έχει πολλά μυστικά θαμμένα στο παγωμένο χώμα του. Μυστικά που κανείς από το χωριό δε θέλει να δει να βγαίνουν στη επιφάνεια. Παραδίπλα στο Κρυφό, βρίσκεται το Δάσος των Μανιταριών, όπου βρήκαν βασανιστικό θάνατο τρεις γυναίκες. Από πλευράς αφήγησης και πλοκής, η δουλειά που έχει κάνει είναι άριστη. Βλέπουμε το αστυνομικό με το ψυχολογικό στοιχείο να ανταλλάζουν «μπαλιές» σε ένα σκληρό ματς, «καταδικασμένο» από την αρχή, να έρθει ισοπαλία. Τέλεια η ισορροπία των δυο «συστατικών»! Η ιστορία ρέει όμορφα, ομαλά, με ανοδική πάντα πορεία και με αυξανόμενη ταχύτητα. Δεν κάνει κοιλιά πουθενά. Ακόμα και σε σημεία που θα περίμενε κανείς να «κόψει ταχύτητα», ο Δημήτρης το πάει στο «ρελαντί», μόνο και μόνο για «να πατήσει τέρμα το γκάζι», μετά την επόμενη «στροφή». Επιπροσθέτως, δίνει κάθε φορά τόσα στοιχεία όσα χρειάζεται ο αναγνώστης για να πάει παρακάτω στην ιστορία. Δε στερεί πληροφορία ώστε να δημιουργούνται νοηματικά κενά και δε μοιράζει αφειδώς «μυστικά» που θα χαλάσουν την απόλαυση της έκπληξης. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε είναι ότι, μέσα από τις σελίδες του «Σώσε με» θίγονται με σοβαρότητα κι αξιοπρέπεια, πολύ σοβαρά θέματα και προβλήματα, όπως αυτό της παιδικής και γυναικείας κακοποίησης, στοιχεία που ταλανίζουν οικογένειες όπως η ζήλια μεταξύ των παιδιών κι η απιστία των συζύγων καθώς και θέματα διαβίωσης των μεικτών κοινωνιών (χριστιανική/μουσουλμανική κτλ). Ωστόσο, θεωρώ ότι, ιδίως τα θέματα της κοινωνικής περιθωριοποίησης κι απομόνωσης, τα άγγιξε μόνο επιδερμικά ο Δημήτρης. Αν και δεν είναι αυτό το θέμα του βιβλίου, θα ήθελα να εμβαθύνει λίγο περισσότερο. Αυτό ήταν κάτι που μου έλειψε. Αυτό που επίσης βρήκα «λίγο» ήταν το ερωτικό στοιχείο. Αν και κάποια στιγμή κάτι πάει να γίνει κι ενώ υπήρξε μια ιδιαίτερη δυναμική ανάμεσα σε δυο άτομα, αυτό έληξε πριν καν ξεκινήσει. Δε ξέρω φυσικά κατά πόσον θα πρόσθετε κάτι στην ιστορία, εάν το συνέχιζε, σίγουρα όμως θα την έκανε πιο… πικάντικη. ;-) Θέλω να μιλήσω για το τέλος του βιβλίου… Το βιβλίο φαινομενικά τελειώνει, ωστόσο συνεχίζει για μερικά μικρά κεφάλαια ακόμα. Με παραξένεψε αυτό και η αλήθεια είναι ότι με ενόχλησε κιόλας. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί πλατειάζει έτσι. Κι έρχεται η ανατροπή σε μία μόνη λέξη! Κι όλα βρήκαν το νόημά τους! Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι είναι εμφανής η δουλειά που έχει ρίξει για το συγκεκριμένο έργο ο Δημήτρης Σίμος! Δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη. Τίποτα να μην το έχει περάσει από «κόσκινο». Έχει καταφέρει να διεισδύσει στα κατάβαθα του μυαλού και της ψυχής των ηρώων του. Έχει καταφέρει να αποδώσει άριστα το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα και τέλος, έχει βρει τις ισορροπίες του μεταξύ αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ. Έχει αποδώσει τη σωστή διάσταση, σχήμα και χρώμα στην ιστορία του, χωρίς υπερβολές. Μέσα από τα εξαίρετα ψυχογραφήματα, τους άψογα δομημένους ήρωες και το ζοφερό σκηνικό, παράλληλα με τον άριστο καταμερισμό μεταξύ αφήγησης και διαλόγων, το σωστό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας αλλά και των λίγων, πλην καλοδουλεμένων, ανατροπών, λαμβάνουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Το αγαπά αυτό που κάνει ο Δημήτρης κι αυτό φαίνεται! Το λάτρεψα το «Σώσε με» και σας το προτείνω με το χέρι στην καρδιά! Διαβάστε το και θα με θυμηθείτε! Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να περιμένω με αγωνία το επόμενο…

0