Reviews

10

Followers

0

Following

0

Βιβλία

1

Reviews

10

Followers

0

Following

0

Αγαπημένα βιβλία

1

Reviews

Η μαμά έχει άδικο



Πραγματικά καθηλωτικό!

Η σχέση μου με το Μισέλ Μπισί ξεκίνησε με κάμποσα σκαμπανεβάσματα και με πολλά «κενά αέρος», με «Το κορίτσι της πτήσης 5403». Παρ' όλες τις διθυραμβικές κριτικές που είχα διαβάσει τότε, εμένα δε με κέρδισε. Αν και το είχα διαβάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα, ένοιωσα να με χάνει κάποιες φορές. Η ιστορία έμοιαζε να είναι στημένη σε σαθρό υπόβαθρο, που στην παραμικρή δόνηση θα σωριαστεί κάτω σαν χάρτινος πύργος, ενώ η αποκάλυψη δεν αποτέλεσε καμία απολύτως έκπληξη για μένα. Έτσι λοιπόν, όταν έλαβα ως δώρο το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του, το «Η μαμά έχει άδικο» ήμουν αρκετά διστακτική για το αν θα το πιάσω. Εξ’ ου και πέρασαν τρία χρόνια, μέχρι να έρθει η στιγμή να το διαβάσω. Τελικά, αυτό που έχω να πω είναι πως το άδικο ήταν όλο δικό μου. Κι αυτό γιατί με αυτή την προσπάθεια, ο Μπισί πέρασε σε άλλο επίπεδο τη γραφή του, αποδεικνύοντας περίτρανα πόσο χαρισματικός συγγραφέας είναι. Κοντολογίς το λάτρεψα! Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, δεν υπάρχει τίποτα πιο εφήμερο από τη μνήμη ενός παιδιού. Έχοντας αυτό ως κεντρικό άξονα, ο Μπισί πλέκει μια αξιοθαύμαστη κι απόλυτα πρωτότυπη ιστορία, προκαλώντας το μυαλό και το συναίσθημα του αναγνώστη. Μια ιστορία γρίφων, που προκύπτουν μέσα από άλλους γρίφους και που παίζουν απίστευτα με το νου μας. Μπορώ να σας βεβαιώσω μάλιστα, δεν το έχει σε τίποτα, να μας φέρει στα άκρα παίζοντας με τα νεύρα μας και δημιουργώντας μια τεταμένη ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζει. Έχοντας διαβάσει πάρα πολλά βιβλία όπου πρωταγωνιστεί κάποιο μικρό παιδάκι, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι δύσκολο να στηθεί μια ενδιαφέρουσα και στιβαρή πλοκή γύρω από ένα παιδί, εκτός κι αν αυτό παίζει το ρόλο του θύματος. Αλλά όχι εδώ. Όχι με το Μπισί και όχι με το «Η μαμά έχει άδικο». Εδώ, αν και άνετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος πως το παιδί ήταν το θύμα, έχουμε ένα μικρό μαχητή. Ένα παιδί που βροντοφωνάζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι η μητέρα του δεν είναι η μαμά του. Ένα παιδί, 3 μόλις ετών, που αντιστέκεται σθεναρά, σε αυτό που βαθιά μέσα του, ξέρει ότι είναι λάθος. Ειλικρινά, αν συναντούσα ποτέ το συγγραφέα θα ρωτούσα: «Πως; Πως σκέφτηκες να γράψεις γι’ αυτό; Τι ήταν αυτό που έθεσε σε λειτουργία το μηχανισμό. Τι, πες μου!» Δεν είναι μόνο το ευφυές κι ασυνήθιστο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Είναι και το πώς διαχειρίζεται τους ήρωές του, πως ελίσσεται μέσα από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της σκέψης του, πώς πειραματίζεται με νέες φόρμες και ιδέες και εν τέλει, πως οδηγεί την ιστορία από παράπλευρα δρομάκια στον τελικό της προορισμό. Με το «Η μαμά έχει άδικο» ο Μισέλ Μπισί μας χαρίζει ένα κορυφαίο και γεμάτο νεύρο αστυνομικό μυθιστόρημα, ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και τίποτα δεν καταλήγει όπως νομίζει ο αναγνώστης ότι θα καταλήξει. Ένα παραμύθι όπου πρωταγωνιστής είναι το ψέμα και γκεστ σταρ η διπροσωπία. Τόπος που εκτυλίσσεται η ιστορία είναι μια κοινωνία αλλοτριωμένη. Μια κοινωνία που έχει μάθει να δέχεται, να ανέχεται και να μη μιλάει. Να μην αντιδρά. Με την πένα του ο συγγραφέας κατορθώνει να παντρέψει την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, αποφεύγοντας έντεχνα, να πέσει ο ίδιος μέσα στις «παγίδες» της ιστορίας του. Με ρέουσα και σταθερή γραφή αρχικά, το «Η μαμά έχει άδικο» με άρπαξε από την πρώτη αράδα. Από ένα σημείο και μετά δε, ο μέχρι τότε σταθερός ρυθμός μετατρέπεται σε ένα φρενήρες ανθρωποκυνηγητό. Πραγματικά καθηλωτικό! Το λάτρεψα και σας το προτείνω ολόψυχα! Εννοείται ότι ακολουθεί η θέαση της τηλεοπτικής σειράς και η ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου, με τίτλο «Τρία μαύρα νούφαρα», το οποίο και αυτό, κάθεται στο ράφι εδώ και πάνω από τρία χρόνια.

0

Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος



Από τα βιβλία που τα θυμάσαι!

Ο Αλεχάντρο Μ. Γκάγιο, εκτός από συγγραφές του περίφημου neo-polar αστυνομικού μυθιστορήματος «Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος», είναι και παρασημοφορημένος διοικητής της αστυνομίας της πόλης Jijon, στην Ισπανία. Είναι πολυγραφότατος και μάλιστα, το πρώτο του μυθιστόρημα «Asesinato de un trotskista», βρέθηκε μεταξύ των τριών επικρατέστερων, για το διεθνές βραβείο Umbriel. Το «Θρυλική ζωή, πεζός θάνατος» είναι το πρώτο βιβλίο του που εκδίδεται στην χώρα μας κι ειλικρινά ελπίζω, όχι το τελευταίο! «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΟΥ! Μία συνέντευξη για την βελτίωση της εικόνας του Σώματος, είπε ο παρλαπίπας ο αρχηγός». Όταν ένα βιβλίο ξεκινάει με τέτοιο θράσος, σε υποψιάζει ότι κάτι καλό ακολουθεί. Η ιστορία του Γκάγιο διαρκεί όσο μια μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή, Παρασκευή βράδυ. Όλη τη νύχτα δηλαδή. Ο ήρωάς μας, φέροντας το γελοίο όνομα Γοργόνιο Γιανέθα, διατάσσεται από τον ανώτερό του, να παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη εικόνα της αστυνομίας, στους ακροατές μιας ραδιοφωνικής εκπομπής. Ανάμεσα λοιπόν σε απολαυστικές μπουκιές τυριού από την Θαμόρα και πικάντικο χαμόν από το Γκιχουέλο και με τη γλώσσα να «λύνεται» από το εξαίσιο κρασί της Ριόχα, ο Γοργόνιο μας μεταφέρει πίσω στο 1972, την περίοδο όπου το Φρανκικό καθεστώς προσπαθεί να διορθώσει την εικόνα του προς τα έξω, επιτρέποντας σε Ισπανούς εξόριστους να επαναπατριστούν. Έχοντας μπει, κυριολεκτικά από σπόντα στην αστυνομία, την πρώτη του κιόλας μέρα υπηρεσίας, στην επαρχία του Καστεγιόν (κάτι σαν την Άνω Ραχούλα τη δική μας…), ο υπαρχιφύλακας Γιανέθα δέχεται την εντολή να πάει να καταγράψει ένα θανατηφόρο αυτοκινητικό δυστύχημα. Εύκολη δουλειά και γρήγορη. Ότι πρέπει για ένα… στραβάδι σαν το Γοργόνιο. Έλα όμως που αλλιώς τα σχεδίαζαν οι ανώτεροί του κι αλλιώς τους τα έφερε, αφού ο Γοργόνιο έφυγε για ένα τροχαίο και γύρισε με ένα έγκλημα! Δεν θα πάω παρακάτω στην υπόθεση του έργου, γιατί σε ένα τόσο ολιγοσέλιδο βιβλίο, οτιδήποτε περισσότερο πω, μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίων μου. ;-) ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ ΜΟΥ! Μία συνέντευξη για την βελτίωση της εικόνας του Σώματος, είπε ο παρλαπίπας ο αρχηγός. […] Η αλήθεια είναι ότι είμαι ενθουσιασμένη με αυτό το βιβλιαράκι. Το σκέφτομαι συνέχεια, παρόλο που έχουν περάσει κοντά 15 ημέρες από τότε που το διάβασα. Είναι ακριβώς το στυλ και το ύφος που λατρεύω. Πρόκειται για μια αντιφασιστική νουβέλα, μια απολαυστική μίξη από μυστήριο, αστυνομική έρευνα, ενδιαφέροντες και πολυδιάστατους χαρακτήρες, σαρκαστικούς και στακάτους διαλόγους και έξυπνο κι ενίοτε βιτριολικό χιούμορ. Αφηγείται την ιστορία του με γλαφυρότητα και σε πρώτο πρόσωπο, μέσα από σύντομες παραγράφους και κοντά κεφάλαια. Περιγράφει έντεχνα τις πρακτικές που ακολουθούσε η αστυνομία και μας δίνει μια μόνο ιδέα αλλά πολύ περιεκτική, από τα βασανιστήρια «υπόπτων» από την Κοινωνική Υπηρεσία -τίτλος/καμουφλάζ για τους ακόλουθους της χούντας του Φράνκο. Μια κατά μέτωπο κριτική της ισπανικής Αστυνομίας. Πόσο σπάνια συναντάμε κάτι τέτοιο; «Σήμερα, αυτό που προέχει είναι η υποκρισία. Ζούμε σε μια εποχή και σε μια πραγματικότητα όπου η υποκρισία κυριαρχεί στη ζωή μας», γράφει σε κάποιο σημείο και σκέφτομαι πόσο επίκαιρο εξακολουθεί κι ακούγεται αυτό. […] Σήμερα, αυτό που προέχει είναι η υποκρισία. Ζούμε σε μια εποχή και σε μια πραγματικότητα όπου η υποκρισία κυριαρχεί στη ζωή μας […] Όπως έχουμε συναντήσει και στο παρελθόν, σε ανάλογα μυθιστορήματα, έτσι κι εδώ γίνεται αναφορά στο κυνήγι των Ισπανών Κομμουνιστών και των αντιεξουσιαστών και την εθελοντική τους εξορία, στη γείτονα χώρα, Γαλλία. Έχουμε δηλαδή για μιαν ακόμη φορά, την σύμπραξη Γαλλίας-Ισπανίας, τονίζοντας τη σχέση των δυο Λαών, σε περιόδους πολέμου ή αντίστασης, όπως η Επανάσταση στην Ισπανία και η Γαλλική Αντίσταση του Β.Π.Π. Με λιτό και σεμνό λόγο, ο Γκάγιο κάνει τις αναφορές του στα γεγονότα και τα πρόσωπα, περιγράφοντας τα πολιτικοκοινωνικά παρασκήνια. Δείχνει το δέοντα σεβασμό στην ιστορική μνήμη. Κάτι που λάτρεψα μεταξύ άλλων, είναι το πώς εναλλάσσει o συγγραφέας την χρονική τοποθέτηση. Από την αφήγηση των ιστορικών γεγονότων και των περιπετειών του Γοργόνιο, στο σήμερα και στη ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο “Black Friday Night”. Εκπληκτική η εικονοπλαστική δυνότητα και το ταλέντο του Γκάγιο. Σα να παρακολουθείς νουάρ ταινία στον κινηματογράφο. Η αναφορά στα τραγούδια που παίζει ενδιάμεσα ο σταθμός... Τα λάτρεψα. Έφτιαξα play list με αυτά και την ακούω συχνά έκτοτε. Και με δεδομένο ότι ο ίδιος ήταν ο διοικητής της αστυνομίας του Χιχόν (έχει συνταξιοδοτηθεί πλέον), θεωρώ ότι τα γραφόμενά του έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα, αφενός γιατί γνωρίζει εκ των έσω την μεθοδολογία και τις πρακτικές της ισπανικής αστυνομίας, τότε και σήμερα κι αφετέρου γιατί δε μασάει τα λόγια του και δε φοβάται να προβεί σε αποκαλύψεις. Το δικό του το κρασί, ο Γκάγιο δεν λέει να το νερώσει! Κάπου εδώ θα κλείσω την άποψή μου. Όχι όμως χωρίς να πω ότι ο Αλεχάνδρο Μαρτίνεθ Γκάγιο και ο ήρωάς του, ο υπαρχιφύλακας Γοργόνιο Γιανέθα ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Στις μόλις 200 σελίδες της νουβέλας κατάφεραν να τα πουν όλα και να με συναρπάσουν. Τους αγαπώ πολύ και τους δύο. Είμαι σίγουρη πως οι λάτρεις της neo-polar σχολής θα το εκτιμήσετε δεόντος, εξ ού και σας το προτείνω χωρίς δεύτερη σκέψη!

0

Μαύρο καλοκαίρι



Αγαπημένος Craven, λατρεμένο ντουέτο!

Με το νέο του βιβλίο ο M.W.Craven απέδειξε περίτρανα ότι, η επιτυχία του με τις «Μαριονέτες» δεν ήταν τυχαία. Με το «Μαύρο καλοκαίρι» ο συγγραφέας μας προσφέρει μια καλογραμμένη και πρωτότυπη περιπέτεια. Και μπορεί αυτό το δεύτερο πόνημα να μην έχει την ταχύτητα ή τη δράση που είχε το πρώτο, ωστόσο, παρατηρούμε σημαντική εξέλιξη στη γραφή του ενώ κάποια highlights στην πλοκή του χαρίζουν την ένταση που αναζητά ο αναγνώστης. Με το «Μαύρο Καλοκαίρι» ο Craven φέρνει μαζί του ξανά και το σούπερ δίδυμο Πόου και Τίλι. Αχ, πόσο τους αγαπώ… Αυτή τη φορά, γνωρίζουμε λίγο καλύτερα τον Πόου ενώ παρατηρούμε ότι η Τίλι έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, τόσο που βγάζει μέχρι και «γλώσσα».* Οι δυο τους έχουν φοβερή χημεία και η συνεργασία τους είναι γοητευτική. *Φλιν: Τίλι, εσύ αναλαμβάνεις τον υπολογιστή. Τίλι: Εμ, ποιος άλλος; Μήπως να βάζαμε τον Πόου να τον χειριστεί; (Πόου = Άνθρωπος των σπηλαίων τεχνολογικά) Οι διάλογοί είναι απολαυστικοί. Διακρίνονται τόσο από φιλοσοφική διάθεση** όσο κι από εύστοχο αν και λεπτό σαν πάχνη χιούμορ: «Οι ιατροδικαστές έχουν τους πιο κουλ*** ασθενείς». **«Κανένας δεν πιστεύει ότι έχει προδιάθεση για την επιβεβαίωση, το πιο αποτελεσματικό από τα εμπόδια του επαγωγικού συλλογισμό.» Στο δεύτερο βιβλίο του ο Craven, μας προσφέρει γνώση απλόχερα, πάνω σε ιατροδικαστικά θέματα, θέματα των υπηρεσιών του νόμου, ακόμα και πάνω σε συνταγές της υψηλής γαστρονομίας. Ίσως βέβαια και το παράκανε λίγο με τα ακρωνύμια των υπηρεσιών του νόμου και τις συνταγές μαγειρικής, ωστόσο προσωπικά δεν ένοιωσα να με ενοχλεί αυτή του η υπερβολή. Η πλοκή είναι στιβαρή κι ενδιαφέρουσα και παρόλο που αρχικά δε βγαίνει άκρη από την ιστορία, σιγά-σιγά όλα παίρνουν τη θέση τους, θα ερωτήματα βρίσκουν απαντήσεις και οι γρίφοι τη λύση τους. Δε μένει τίποτα σε εκκρεμότητα. Τέλος, το βιβλίο είναι γεμάτο όμορφες και ζωντανές περιγραφές που βοηθούν τον αναγνώστη να πλάσει εικόνες στο μυαλό του. Εδώ πρέπει να πω ότι, η ζωντάνια στις περιγραφές, κάπου στην αρχή του βιβλίου, λειτούργησε λίγο αντίστροφα για μένα, μιας και μια συγκεκριμένη σκηνή με αρρώστησε. Ευτυχώς ήταν σύντομη και δεν επαναλήφθηκε στην πορεία. Για να ολοκληρώσω, το Μαύρο Καλοκαίρι ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα. Ένα εξαιρετικό crime procedural μυθιστόρημα για… γκουρμέ αναγνώσεις. Το απόλαυσα στο έπακρο. Ανυπομονώ για το επόμενο! _____________________________ *** Κουλ = Cool στα αγγλικά. Σημαίνει ψυχρός/παγωμένος. Μεταφορικά το χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε ενθουσιασμό για κάτι που μας αρέσει.

0

Τρία μαύρα νούφαρα



Υπέροχο!

‘Ένα εντεκάχρονο κοριτσάκι με τεράστιο ταλέντο στη ζωγραφική, μια πανέμορφη δασκάλα που αναζητά το μεγάλο έρωτα και μια ιδιόρρυθμη ηλικιωμένη που ξέρει πολλά και δε μιλάει. Τρεις γυναίκες η κάθε μία με τα δικά της όνειρα, τις δικές της αλήθειες, τους δικούς της φόβους, μα κυρίως, τα δικά της ανομολόγητα μυστικά. Αυτές είναι οι τρεις βασικές ηρωίδες του δεύτερου κατά σειρά μυθιστορήματος του Μισέλ Μπισί, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Και είναι αυτές οι τρεις γυναίκες, τα «Τρία μαύρα νούφαρα» του Μπισί, που εγώ θα θυμάμαι και θα αναπολώ για πολύ καιρό ακόμα. «Το έγκλημα του ονείρου συμφωνώ να θεσπίσουμε» Τα νούφαρα είναι το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο του συγγραφέα αλλά το τρίτο που διάβασα εγώ. Και μετά από αυτό τον κατατάσσω με βεβαιότητα στους αγαπημένους μου συγγραφείς. Η ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν πραγματική εμπειρία για μένα. Ένα πραγματικό ταξίδι στο παρελθόν, στα χρόνια που έζησε και μεγαλούργησε ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Κλωντ Μονέ. Ως τόπο όπου διαδραματίζεται έχουμε το Ζιβερνί του Βερνόν, στη Γαλλία. Ειδυλλιακό σκηνικό για μια αριστουργηματική ιστορία. Σχήματα, χρώματα, μυρωδιές, όλα μεταφέρονται στο χαρτί με ένα μαγικό τρόπο, από την πένα του Γάλλου συγγραφέα. Σε αυτό του το έργο ο Μπισί, επιλέγει να εναλλάσσει τη διήγηση από πρωτοπρόσωπη στο τρίτο πρόσωπο, βάζοντάς τον αναγνώστη του πότε στη θέση του ήρωα και πότε σε αυτή του θεατή. Επιπροσθέτως, κόβει τα κεφάλαια πάντα σε πολύ νευραλγικό σημείο, θέτοντάς μας σε κατάσταση συναγερμού και νοσηρής περιέργειας για το τι θα συμβεί παρακάτω. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη, ρέουσα και με εξέλιξη μέτριας ταχύτητας. Σε αντίθεση με το «Η μαμά έχει άδικο», εδώ δεν ένοιωσα τα γεγονότα να με προλαβαίνουν. Αντίθετα, έπαιρνα το χρόνο μου, έτσι ώστε να πραγματοποιήσω κι εγώ τη δική μου, προσωπική έρευνα. Να δω με τα μάτια μου τα έργα του Μονέ, να μάθω για τον ίδιο και κυρίως να γνωρίσω το μαγευτικό χωριό του Ζιβερνί. Γι’ αυτό και πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι να το τελειώσω. Οι διάλογοι… τι να πω για τους διαλόγους; Σχεδόν θεατρικοί. Διέθεταν πλαστικότητα και ζωντάνια. Σα να τους άκουγα πραγματικά. Κι οι μονόλογοι της ηλικιωμένης γυναίκας, επίσης πολύ δυνατοί. Σε ανάγκαζε να την προσέξεις. Να την «ακούσεις». Και οι ήρωες που «ζωγράφισε» ο Μπισί, είναι εξαίσιοι. Πραγματικά μπορούσα να τους δω να περνούν μπροστά μου… Ο αστυνομικός με τη βίντατζ μηχανή και το δερμάτινο μπουφάν, να διασχίζει με ταχύτητα τη λεωφόρο, η γοητευτική γυναίκα, με το λεπτό λουλουδάτο της φόρεμα που περπατά στον επαρχιακό δρόμο αιχμαλωτίζοντας τα βλέμματα. Το κοριτσάκι με τα λερωμένα με χρώματα δάχτυλα και τα κοκκινισμένα μάγουλα που στέκεται μπροστά σε έναν πολύχρωμο καμβά… την υπέργηρη κυρία, που περπατά παραπαίοντας στα χωράφια του Ζιβερνί, στηριγμένη στο μπαστούνι της και σφυρίζοντας στο σκύλο της. Πανέμορφες εικόνες που τις λάτρεψα. Είχα γράψει στην άποψή μου για το «Η μαμά έχει άδικο» ότι ο Μπισί χρησιμοποιεί νέες φόρμες στη γραφή του. Θα το ξαναπώ κι εδώ. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι του αρέσει να πειραματίζεται σε κάθε του έργο. Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς, πως και τα τρία του βιβλία είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Τα νούφαρα δε, είναι ένα έργο που ξεφεύγει από τα στερεότυπα του είδους. Φέρνει τα πάνω κάτω σε αυτά που ξέρουμε και αφήνει πίσω του την πεπατημένη. Δυστυχώς δε μπορώ να γράψω πολλά, χωρίς να προβώ σε αποκαλύψεις, ωστόσο μόνο όποιος το διαβάσει θα καταλάβει τι εννοώ. Το πώς καταλήγει η υπόθεση είναι πραγματικά ευρηματικό. Όσον αφορά εμένα, παρ' όλη την πολύ ζωηρή μου φαντασία, δεν πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό μου, το τι πραγματικά συμβαίνει και η έκπληξή έσκασε μέσα μου σαν ηφαίστειο. Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμα αλλά δε θέλω να σας κουράσω. Κλείνω λοιπόν λέγοντας ότι το «Τρία μαύρα νούφαρα» είναι ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε. Ακόμα κι αν είστε λάτρεις της περιπέτειες ή του σκληροπυρηνικού αστυνομικού, δώστε του μια ευκαιρία. Το αξίζει 100%

0

Η σιωπή της λευκής πόλης



Το λάτρεψα

Από την πρώτη στιγμή που είδα στο διαδίκτυο την φωτογραφία του εξωφύλλου του «Η σιωπή της Λευκής Πόλης», ήξερα ότι πρέπει να το κάνω δικό μου. Πανέμορφο εξώφυλλο, ένας τίτλος που ταιριάζει άψογα με την εικόνα που θωρούν τα μάτια σου και μια σύνοψη τόσο ιντριγκαδόρικη, που δεν υπάρχει περίπτωση να μην σου τραβήξει το ενδιαφέρον. Όλα αυτά μαζί με έπεισαν ότι πρόκειται για ένα πολύ δυνατό βιβλίο και το αγόρασα. Και ειλικρινά, το καταχάρηκα. “Η σιωπή της λευκής πόλης” ανήκει κατά την προσωπική μου άποψη, στην κατηγορία των βιβλίων τα οποία σε διχάζουν/τρελαίνουν και από την μια θες να διαβάσεις κι άλλο κι άλλο για να μάθεις τι συμβαίνει παρακάτω κι από την άλλη θες να το αφήσεις από τα χέρια σου, μόνο και μόνο για να μην τελειώσει γρήγορα. Εγώ τουλάχιστον αυτό έπαθα. Κι όταν αυτό τελείωσε, ένοιωσα σα να με εγκατέλειψε ένας επιστήθιος φίλος. Ένα κενό μέσα μου απροσδιόριστο. Ας τα δούμε όμως αναλυτικά: «Η σιωπή της Λευκής Πόλης» αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς βιβλίων με ήρωα τον Κράκεν, κατά κόσμον Ουνάι Λόπεθ ντε Αγιάλα. Η ιστορία ερευνά μια σειρά διπλών τελετουργικών φόνων, οι οποίοι πραγματοποιούνται κατά την διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων ιστορικού, θρησκευτικού ή παγανιστικού χαρακτήρα και σε ιστορικούς τόπους της Βιτόρια, την επονομαζόμενη και Λευκή Πόλη. Οι φόνοι ξεκίνησαν πριν 2 δεκαετίες και διακόπηκαν όταν έγινε η σύλληψη του υποτιθέμενου δολοφόνου, μόνο και μόνο για να ξαναρχίσουν δριμύτεροι, 20 χρόνια μετά και λίγες μόλις μέρες πριν την έξοδό του από την φυλακή με άδεια. Οι φόνοι γίνονται κατά ζεύγη, με τα σώματα, ένα γυναικείο κι ένα αντρικό να κείτονται δίπλα-δίπλα και με τα χέρια τους να αγγίζουν το ένα το πρόσωπο του άλλου εν είδει ενός μακάβριου χαδιού. Η φονική αυτή αλυσίδα έχει σπείρει τον πανικό στην Λευκή Πόλη και τους κατοίκους της, μιας και κανένας δεν νοιώθει πλέον ασφαλής. Ιδίως αν ανήκει στο εκάστοτε ηλικιακό target group του δολοφόνου. Τους φόνους αυτούς καλείται να εξιχνιάσει ο αστυνόμος Αγιάλα, με –εν τέλει- μεγάλο προσωπικό κόστος. Αυτό που ξεχωρίζει σε αυτή την πρώτη προσπάθεια της Σάενθ Ντε Ουρτούρι, είναι η ατμόσφαιρα που απλόχερα μας χαρίζει. Όπως και η πλειοψηφία των Ισπανών συναδέλφων της, έτσι κι αυτή δίνει πολλή σημασία στο περιβάλλον τόσο σαν απτό χώρο, ως και προς την αίσθηση που αφήνει. Την διάθεση που υπάρχει. Η διάθεση λοιπόν στο συγκεκριμένο πόνημα, είναι άκρως ατμοσφαιρική, κλειστοφοβική και με τον φόβο του κακού που καραδοκεί στις σκιές. Δεν θα υπερβάλλω εάν πω ότι οι περιγραφές των τοπίων και των γειτονιών της Βιτόρια είναι από τις πιο όμορφες που έχω διαβάσει ποτέ. Επιπλέον, η αντικειμενική και εμπεριστατωμένη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα σ το κείμενο της Γκαρθία Σάενθ, είναι το επιστέγασμα σε αυτή την προσπάθεια της. Προσωπικά, νοιώθω έντονη την επιθυμία να βρεθώ χειμώνα καιρό, στους υγρούς και παγωμένους δρόμους της πρωτεύουσας των Βάσκων, να ξεναγηθώ στα μεγαλοπρεπή κτήρια, να μάθω την ιστορία τους και να θαυμάσω τα υπέροχα γκράφιτι στους δρόμους. Δράττομαι της ευκαιρίας αυτή, θέλω να πω για την μετάφραση της κυρίας Αγγελικής Βασιλάκου, η οποία είναι εξαιρετική. Σεβάστηκε απόλυτα θεωρό το αρχικό κείμενο και με πανέμορφο αλλά λιτό λόγο, χωρίς αυθαίρετη κοπτοραπτική και φαμφαρονισμούς, κατάφερε να αποδώσει άριστα την ιστορία. Η αλήθεια είναι ότι οι εκδόσεις Ψυχογιός δεν μας έχουν συνηθίσει σε κάτι λιγότερο αλλά όπως και να έχει, θεωρώ ότι οφείλουμε να επικροτούμε τις καλές προσπάθειες. Κι επειδή πάντα ένα καλό βιβλίο χαρακτηρίζεται και από τα αρνητικά στοιχεία που το διέπουν, έχω να πω ότι, στον αντίποδα όλων των προαναφερόμενων, έρχεται κάτι για να με ενοχλήσει σαν «το μπιζέλι κάτω από το στρώμα». Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης και μέσα από τις χρονικές λούπες που εκτυλίσσεται η ιστορία, η συγγραφέας αφήνει αιχμές που αποκαλύπτουν την συνέχεια, αφαιρώντας από τον αναγνώστη το στοιχείο της έκπληξης και μάλιστα σχετικά νωρίς. Αυτό και μόνο αυτό του στέρησε το "τέλειο 10άρι". Ωστόσο όμως, ακόμα κι αυτό το σημαντικό για μένα θέμα, ήταν εύκολο τελικά να προσπεράσω, μιας κι η μαγευτική ατμόσφαιρα, η πρωτότυπη κι ευφυής ιστορία αλλά και η συναρπαστική πλοκή με συνεπήραν. Καταλήγοντας λοιπόν, «Η σιωπή της Λευκής Πόλης» είναι ένα υπέροχο νουάρ μυθιστόρημα, με πλοκή και υπόθεση που ξεχωρίζουν, δράση, αγωνία και κυνηγητό, πολυδιάστατους χαρακτήρες, άριστα δομημένους και επαρκείς ανατροπές που το καθιστούν άκρως ενδιαφέρον. Πλέον αυτών, διαθέτει στοιχεία ηθογραφικά και ψυχογραφικά, τα οποία προσθέτουν στην λογοτεχνική «παλέτα». Διαβάζεται μονορούφι. Αναμένω με αγωνία το επόμενο!

0

Οι τελετουργίες του νερού



Δεν ήταν αυτό που περίμενα

Πολλές φορές, διαβάζοντας βιβλία του ίδιου συγγραφέα, οι περισσότεροι από εμάς, μπαίνουμε στη διαδικασία της σύγκρισης. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για δυο βιβλία από την ίδια σειρά. Όσο και να προσπάθησα λοιπόν να αποστασιοποιηθώ, δεν τα κατάφερα. Νοιώθω ότι σε αυτή τη δεύτερη προσπάθειά της, η Eva García Sáenz de Urturi δε μου έδωσε αυτά που διακαώς περίμενα. Θα ξεκινήσω από τα πολύ θετικά του βιβλίου, τα οποία δεν είναι άλλα από την υπέροχη κι επιβλητική ατμόσφαιρα, τις μαγευτικές περιγραφές των ιερών τοποθεσιών και τις λεπτομέρειες της Κέλτικης μυθολογίας και των εθίμων που η συγγραφέας μοιράζεται μαζί μας. Πέρασα πολλές ώρες στο διαδίκτυο αναζητώντας τους τόπους, τις γιορτές και τα λατρευτικά έθιμα που μας περιγράφει. Πραγματικά θεωρώ ότι έχει κάνει έξοχη δουλειά σε αυτό το κομμάτι. Με τα μικρά του κεφάλαια, τα οποία μας ταξιδεύουν πίσω-μπρος στο χρόνο, «Οι τελετουργίες του νερού» διαβάζονται πάρα πολύ γρήγορα και ξεκούραστα. Η πλοκή είναι καλοστημένη κι εξελίσσεται ομαλά, ακριβώς όπως και στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας, με αρκετές ανατροπές στο ενδιάμεσο. Ως εκ τούτου, για έναν αναγνώστη ο οποίος θα γνωρίσει τη συγγραφέα με αυτό της το βιβλίο, θα ενθουσιαστεί πιστεύω. Θεωρώ πως αν δεν είχα διαβάσει το πρώτο μέρος, το πιθανότερο είναι ότι θα μου άρεσε πολύ. Τώρα όμως, το βρήκα άνευρο και χλιαρό, τουλάχιστον μέχρι τη σελίδα 400, οπότε άρχισε να έχει ενδιαφέρον. Με κούρασε πολύ με τις συχνές αναφορές στην αφασία του Ουνάι και με τις διακυμάνσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις των ηρώων. Άσε που μου προέκυψε το εύλογο, πιστεύω ερώτημα: Μα καλά, όλα σε αυτόν τον άνθρωπο συμβαίνουν; Μιλώντας μας για το παρελθόν του Κράκεν και των φίλων του, από όταν ήταν στη μεταεφηβική ηλικία, διαπίστωσα ότι δεν έχουν αλλάξει ή εξελιχθεί, στην πορεία της ζωής τους, πράγμα το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με αυτό που πραγματικά συμβαίνει σε όλους μας. Μεγαλώνοντας αλλάζουμε, άλλοι προς το καλύτερο άλλοι προς το χειρότερο. Σε αντίθεση, οι δευτερεύοντες ήρωες της de Urturi μεγαλώνοντας έγιναν χάρτινοι. Επίπεδοι και χωρίς πλαστικότητα. Τέλος, κάτι που με μπέρδεψε ήταν το πώς αποδίδεται ο χρόνος. Παρόλο που κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια ημερομηνία, κάπου δεν υπάρχει συνοχή ή λογική. Είναι κάπως σουρεαλιστικό όλο αυτό. Για παράδειγμα, μιλάει για κάτι που συνέβη μόλις μερικούς μήνες πριν αλλά το περιγράφει σα να συνέβη χρόνια πίσω. Προσωπικά κάποια στιγμή ένοιωσα να ζαλίζομαι στην προσπάθεια να συνδέσω χρονικά τα γεγονότα. Κλείνοντας θα πω ότι αν και δεν ήταν αυτό που περίμενα, τουλάχιστον δε μου στέρησε την επιθυμία να διαβάσω και το τρίτο μέρος. Θα το περιμένω αλλά όχι με την αγωνία που περίμενα αυτό.

0

Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού



Μια συνταρακτική ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα

Μια ιστορία αφιέρωμα, στις αφανείς ηρωίδες της SOE (Special Operations Executive)* «Σε καιρό πολέμου, η αλήθεια είναι τόσο πολύτιμη, που θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται από μια σωματοφυλακή ψεμάτων» Ουίνστον Τσόρτσιλ Η αυλαία ανοίγει με φόντο τη Νέα Υόρκη του 1946. Η Γκρέις Χίλι, αργοπορημένη για τη δουλειά της κι αντιμετωπίζοντας ένα τροχαίο που έχει κλείσει το δρόμο, αποφασίζει να κάνει παράκαμψη μέσα από το Γκράντ Σέντραλ, τον κεντρικό σταθμό της πόλης, προκειμένου να κερδίσει χρόνο. Η παράκαμψη αυτή θα φέρει στο δρόμο της μια ξεχασμένη βαλίτσα. Η ανθρώπινη περιέργεια ωθεί τη Γκρέις να την ανοίξει. Ανοίγοντάς την αποσκευή είναι σα ν΄ανοίγει το Κουτί της Πανδώρας, απ’ όπου ξεπετάγεται μια απίστευτη και συνάμα συναρπαστική ιστορία. Στις σελίδες που θα ακολουθήσουν θα γνωρίσουμε τρεις γυναίκες απλές και καθημερινές, που η ζωή τις έφερε τη μία στο δρόμο της άλλης. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, η Jenoff μας δίνει πολλές και πολύτιμες πληροφορίες για τις γυναίκες κατασκόπους της SOE και το έργο τους. Περιγράφει με λεπτομέρειες τη στρατολόγηση των κοριτσιών, την αμείλικτη εκπαίδευσή τους και τις σχέσεις αδελφικής φιλίας που τα ένωνε. Απ’ ότι προκύπτει από την ιστορία, λόγω του ότι οι άντρες κατάσκοποι είχαν ως επί το πλείστον είτε αποκαλυφθεί, είτε κινούσαν τις υποψίες των Ναζί, οι νέες αυτές κοπέλες, όλες έχουσες πάρα πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας, επιστρατεύονταν από τη SOE, και μετά από την εκπαίδευσή τους, έπαιρναν «φύλλο πορείας» για τη Β.Γαλλία, όπου θα έπαιζαν το δικό τους, νευραλγικό ρόλο, στην Αγγλογαλλική Αντίσταση. «Δημιούργησε μια ιστορία, για την οποία θα είσαι περήφανη» Οι χαρακτήρες που έπλασε με την πένα της η συγγραφέας έχουν νεύρο, είναι μεστοί και αληθοφανείς. Έχουν πλαστικότητα και μια δυναμική που προσωπικά την απόλαυσα. Ο τρόπος που τους διαχειρίζεται δε, είναι ευφυής και προφέρει στην ιστορία. Σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με στρατιώτες που έχουν δώσει όρκο στον αγώνα αλλά για απλά καθημερινά κορίτσια, που κατάφεραν να υπερβάλλουν εαυτόν, να θέσουν σε έλεγχο αρχέγονα συναισθήματα όπως είναι ο φόβος, ο πόνος, η δειλία και να υπερπηδήσουν ασύλληπτα εμπόδια, με δύναμη ψυχής που, μέχρι χθες, ούτε οι ίδιες γνώριζαν ότι κατέχουν. Aπλά καθημερινά κορίτσια, που κατάφεραν να υπερβάλλουν εαυτόν Είναι πολύ συγκινητικές οι περιγραφές της Μαρί, μια από τις εκπαιδευόμενες πράκτορες, γονέα ενός μικρού κοριτσιού και σκληρά εργαζόμενης. Βλέπουμε τη θυσία που κάνει, αφήνοντας πίσω την κορούλα της και τη μάχη που δίνει για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις τρομακτικές απαιτήσεις του εγχειρήματος. Μας εξιστορεί την αγωνία, τον πόνο, το φόβο αλλά και την αλληλεγγύη μεταξύ των κοριτσιών/πρακτόρων. Ρισκάρει τη ζωή της κι αγωνίζεται να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που της έχει ανατεθεί. Είναι ένα από τα βασικότερα πρόσωπα της ιστορίας και για μένα αυτό με το οποίο δέθηκα περισσότερο. «Στρίμωχναν κομματάκια χαρτί στη στενή χαραμάδα των παραθύρων του κελιού και τα έσπρωχναν να πέσουν στο έδαφος σαν χαρτοπόλεμος. Ήταν σημειώματα, ορνιθοσκαλίσματα πάνω σε ό,τι μπορούσαν να βρουν, γραμμένα με κάρβουνο ή μερικές φορές με αίμα, στα οποία ρωτούσαν για συγγενείς ή προσπαθούσαν να στείλουν νέα τους. Ή ήταν απλώς ένα “Je suis la”, είμαι εδώ και μετά ένα όνομα γιατί σύντομα θα σταματούσαν να υπάρχουν και κάποιος έπρεπε να τις θυμάται.» Η γραφή και το ύφος της Pam Jenoff είναι λιτά και προσιτά. Μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, μας μεταφέρει μπρος-πίσω στο χρόνο, ξετυλίγοντας σαν κουβάρι την πλοκή και χωρίς να κουράζει αλλά ούτε να δυσκολεύει τον αναγνώστη που παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα. Αντίθετα, το βιβλίο διαβάζεται άνετα και ευχάριστα. Αν μπορώ να πω ότι κάτι με «ενόχλησε», αυτό θα ήταν το γεγονός ότι δε δόθηκε η ένταση που εγώ θα επιθυμούσα, σε σχέση με το ιστορικό πλαίσιο. Μιλάμε για την πιο σκοτεινή στιγμή της ανθρώπινης υπόστασης. Θα ήθελα με κάποιο τρόπο, να αποδώσει αυτή την «ασχήμια» η συγγραφέας. Ωστόσο, κατανοώ ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ντοκουμέντο αλλά με ένα μυθιστόρημα, που κύριο θέμα του είναι οι ηρωίδες και τα επιτεύγματά τους και όχι οι κτηνωδίες των Ναζιστικών δυνάμεων. Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφερθώ στη μετάφραση του έργου. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι, η σωστή μετάφραση και η καλή επιμέλεια, είναι σημεία κλειδιά για την έκδοση ενός βιβλίου. Η κυρία Αναστασία Δεληγιάννη έχει κάνει λοιπόν, άριστη δουλειά. Με πολύ καλή χρήση της ελληνικής γλώσσας και όμορφο λεξιλόγιο, χωρίς –ας μου επιτραπεί η έκφραση- «φρου-γρού κι αρώματα», κατόρθωσε να αποδώσει στο μέγιστο βαθμό το πρωτότυπο κείμενο. Εν κατακλείδι, «Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού» είναι μια συναρπαστική ιστορία για την αγάπη, την ανθρωπιά, την αυτοθυσία, τη θέληση, τη δύναμη ψυχής, την τόλμη και τον ηρωισμό. Μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, που συγκινεί και καθηλώνει. Είναι ένα βιβλίο που φωτίζει σκοτεινές γωνιές της ιστορίας και που σίγουρα θα λατρέψουν οι λάτρεις του είδους. Αν είσαι ένας από αυτούς, στο προτείνω με το χέρι στην καρδιά! Καλές αναγνώσεις! *Η S.O.E. (Special Operations Executive) ήταν η μυστική υπηρεσία Επιχειρήσεων Ειδικών Αποστολών, στους κόλπους της οποίας εκπαιδεύονταν κατάσκοποι, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στόχων των κατασκόπων ήταν η αποδυνάμωση και ει δυνατόν, η καταστροφή των δυνάμεων του Χίτλερ στη Γαλλία. Η Jenoff βάσισε την ιστορία του βιβλίου της, πάνω στην πραγματική ιστορία της Vera Atkins, η οποία υπήρξε πράκτορας και σημαίνων πρόσωπο στη SOE. Εργάστηκε στο τμήμα F Section, το οποίο έστειλε συνολικά 470 πράκτορες στη Γαλλία, εκ των οποίων οι 39 ήταν γυναίκες.

0

Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει



Συγκλονιστικό!

«Κάθε μαύρος στην Αμερική γεννήθηκε στην οδό Μπιλ. Η οδός Μπιλ είναι η κληρονομιά μας» «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», θα ήθελα να έχω τη ψυχή και το σθένος να ακούσω τι έχει να μου πει. Γιατί στο δρόμο αυτό έχει γραφτεί –με αίμα πολλές φορές- η ιστορία πολλών γενεών Αφροαμερικανών. Τοποθετημένη στο Χάρλεμ, μια γειτονιά άρρηκτα δεμένη με τους Αφροαμερικανούς, τη τζαζ μουσική και τα μπλουζ, μα και περιβόητη για τη φτώχια, την εγκληματικότητα, τη βία και τα ναρκωτικά, ο James Baldwin συνθέτει μια πανέμορφη και συγκινητική ιστορία αγάπης. Πρόκειται για μια διαφορετική ιστορία αγάπης. Μια ιστορία αγάπης η οποία αντί να χαρακτηρίζεται από μαγευτικά χρώματα, ταξιδιάρικες μουσικές και νοσταλγικές εικόνες, ξεχειλίζει από μελαγχολία, αμφιβολία κι ανασφάλεια. Είναι μια ανθρωποκεντρική ιστορία για τη σχέση δυο νέων, που προσπαθούν να ανθίσουν μέσα από πολύ αντίξοες συνθήκες και με το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις να δηλητηριάζουν τον αέρα γύρω τους. Η ιστορία παρακολουθεί από κοντά ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι και ένα εικοσιδιάχρονο αγόρι, την Τις και το Φόνι. Πολύ ερωτευμένοι οι δυο τους, ζουν στο Χάρλεμ στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Ο κόσμος τους γκρεμίζεται όταν ο Φόνι κατηγορείται αδίκως, για το βιασμό μιας γυναίκας και φυλακίζεται. Το χρώμα της επιδερμίδας του, τού στερεί το δικαίωμα σε μια δίκαιη αντιμετώπιση στη «λευκή» κοινωνία όπου ζει. Έξω από τους ψηλούς τοίχους της φυλακής, η Τις ανεβαίνει το δικό της Γολγοθά, ούσα σε ενδιαφέρουσα, προσπαθώντας, με σύμμαχο τις δυο τους οικογένειες, να βρει αποδείξεις για την αθωότητα του Φόνι και να τον βγάλει από τη φυλακή. «Ελπίζω να μην αναγκάστηκε ποτέ κανείς να κοιτάξει κάποιον που αγαπάει μέσα από ένα τζάμι». Αν και γραμμένο το 1974, το μυθιστόρημα αυτό του James Baldwin, είναι απόλυτα διαχρονικό. Θα μπορούσε κάλλιστα να μιλάει για το σήμερα, αφού κοντά πέντε 10ετίες μετά, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει ως προς την αντιμετώπιση των Μαύρων στην Αμερική, μια χώρα που έχει χτίσει τις βάσεις της πάνω στο μισανθρωπισμό, το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία. Είναι ένα από τα κορυφαία και πιο γνωστά έργα του συγγραφέα, μαζί με τα «Δεν είμαι ο νέγρος σου» και «Το κουαρτέτο του Χάρλεμ», τα οποία αναδεικνύουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο την πολυσύνθετη πραγματικότητα των μειονοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμβάλλοντας δυναμικά στη διεκδίκηση των καταπιεσμένων δικαιωμάτων τους. […] «Δεν ήταν ο αράπης κανενός. Και αυτό είναι έγκλημα σε αυτή τη γαμημένη , ελεύθερη χώρα. Έχεις το καθήκον να είσαι ο αράπης κάποιου. Αν δεν είσαι ο αράπης κανενός, είσαι κακός αράπης» […] Η γραφή του Baldwin διακρίνεται από έναν υπέροχο λυρισμό και «ζωγραφίζει» για τον αναγνώστη του εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς. Η πλοκή ξεδιπλώνεται ομαλά, οδηγώντας μας, μέσα από αρκετές ψυχολογικές διακυμάνσεις, σε ένα λυτρωτικό τέλος. Οι ήρωες που δημιούργησε με την πένα του ο Baldwin είναι έξοχοι. Τόσο οι πρωτεύοντες, όσο κι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι πανέμορφοι. Καθένας από αυτούς συμβάλλει στην αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και βοηθούν στη δημιουργία ενός ρεαλιστικού background στην εξέλιξη της ιστορίας. Ιδίως οι θηλυκοί χαρακτήρες είναι απίστευτα δυναμικοί και κρατούν το τέμπο στην πλοκή. Μάλιστα, θα έλεγα ότι η τοποθέτηση των γυναικών στον προμαχώνα της αντιρατσιστικής αντίστασης, δίνει μια ακόμη πιο βαθιά κοινωνική-πολιτική διάσταση στο έργο. Και είναι απόλυτα πραγματικά τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ’ αυτό το αριστούργημα, όσο κι αν ανήκουν στο φάσμα της φαντασίας του συγγραφέα. Γιατί καθένας από εμάς, μπορεί να καταλάβει ότι, κάπου σε αυτόν τον κόσμο, υπάρχουν πολλές Τις και ακόμα περισσότεροι Φόνι. «Είδες το Φόνι σήμερα;» «Ναι». «Και πως ήταν;» «Πανέμορφος. Τον έχουν πλακώσει στο ξύλο, αλλά δεν τον λύγισαν – αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Είναι πανέμορφος». Όσον αφορά στην έκδοση, οι εκδόσεις Πόλις μας προσφέρουν για μια ακόμη φορά, ένα πολύ περιποιημένο αποτέλεσμα. Όμορφο κι εξαιρετικά εύγλωττο εξώφυλλο, μια εξαιρετική μετάφραση από την κυρία Άλκηστη Τριμπέρη, μια μετάφραση που σέβεται το πρωτότυπο κείμενο και τον αναγνώστη. Ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το κρατάς στα χέρια σου κι απολαμβάνεις να το διαβάζεις. Καταλήγοντας θέλω να πω ότι, το βιβλίο του James Baldwin είναι πολλά παραπάνω από μια σπαρακτική ιστορία αγάπης. Είναι η αποτύπωση μιας ολόκληρης εποχής. Ένα ηχηρό κοινωνικό-πολιτικό μήνυμα για το ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις, σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Το «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», είναι ένα ουμανιστικό βιβλίο που μιλάει για τη διεκδίκηση θεμελειωδών δικαιωμάτων όπως η ελευθερία, η ισότοτητα, ο αυτοπροσδιορισμός και η διεκδίκηση της Ευτυχίας. Είναι η ελπίδα κι η αισιοδοξία που πηγάζουν μέσα από μια αθώα ψυχή. Ο καθένας από εμάς πρέπει όχι μόνο να διαβάσει το «Αν η Beale Street μπορούσε να μιλήσει», αλλά και να διαδώσει το κραυγαλέο του μήνυμα! Βιβλία σαν κι αυτό είναι το μέσον προς την εξάλειψη των διακρίσεων κάθε είδους! Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους!

0

Κάθε μυστικό σου



Ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα

Ξύπνησε. Ο Ένα. Ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε άγνωστο χώρο. Τον βλέπουμε να παρατηρεί σπονδυλωτά τα επιμέρους στοιχεία του χώρου. Σα να πυροβολεί: Μπαμ, μπαμ, μπαμ! Ξύπνησε. Ο Ένα. Η συνειδητοποίηση έρχεται με μια έκρηξη μέσα στο μυαλό του… ΜΠΑΜ!!! Ένα κελί. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΚΛΟΥΒΙ! Και δεν είναι μοναχός του. Γύρω του υπάρχουν άλλοι 5 άνθρωποι, μέσα σε παρόμοια κελιά. Τρεις γυναίκες και τρεις άντρες. Διαφορετικών ηλικιών και όψης. Έξι άνθρωποι φαινομενικά άσχετοι μεταξύ τους. Ή μήπως όχι; Το Γιώργο Δάμτσιο το γνώρισα συγγραφικά μέσα από το πρώτο βιβλίο (Σκοτεινό πέπλο) της σειράς «Ευγενείς άγριοι», το οποίο δε μπορώ να πω ότι με είχε ικανοποιήσει. Είπα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, όπως άλλωστε κάνω κάθε φορά, με το "Κάθε μυστικό σου". Και δικαιώθηκα. Και να’ μαι τώρα να θέλω να διαβάσω και την "Εξημέρωση", το δεύτερο βιβλίο της σειράς :-D. Το «Κάθε μυστικό σου» δεν ανήκει ξεκάθαρα σε κάποια κατηγορία. Ενώ ξεκινάει σαν θρίλερ τρόμου/φρίκης (τύπου Saw, The cube κτλ), στην πορεία αποκτά χαρακτηριστικά κυρίως ψυχολογικού θρίλερ με προεκτάσεις αστυνομικής λογοτεχνίας. Είναι όμως ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα που το ξεπέταξα σε μόλις μερικές ώρες, μη μπορώντας να το αφήσω λεπτό από τα χέρια μου. Οι ιστορίες που τρέχουν παράλληλα είναι δυο. Από τη μια οι έξι άγνωστοι που βρίσκονται κλειδωμένοι σε σιδερένια κλουβιά σε ένα υπόγειο, με κάποιον παρανοϊκό, ο οποίος αποφάσισε να τους εξαγνίσει από τα αμαρτήματά τους κι από την άλλη, η έρευνα για εκβιασμό που πραγματοποιεί ένας ιδιωτικός ερευνητής. Οι δυο ιστορίες αυτές θα έρθουν να συναντηθούν στην πορεία, με μία μεγαλοπρεπή ανατροπή, ενώ στις τελευταίες αράδες μας κερνάει και μια… πικάντικη μπουκίτσα. Στο «Κάθε μυστικό σου», η αλήθεια είναι έχουμε θέμα που έχει ξαναπαίξει πολλάκις στο παρελθόν. Το έχουμε δει ακόμη και σε ταινίες. Ωστόσο, διορθώστε με εάν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που διαβάζουμε κάτι τέτοιο στα ελληνικά εκδοτικά χρονικά. Πλέον αυτού η απόδοση της ιστορίας είναι άρτια και η πλοκή ξετυλίγεται όμορφα, ομαλά και, κυρίως, με ιλιγγιώδεις ρυθμούς! Μέσα από πολύ σύντομα κεφάλαια, μερικά μόλις μερικών αράδων μας ταξιδεύει μπρος πίσω στο χρόνο. Οι χρονικές αυτές λούπες, δεν κουράζουν καθόλου, αντίθετα αφήνουν το χρόνο στον αναγνώστη να «αναπνεύσει», μετά από έντονες σκηνές. Τον Δάμτσιο διακρίνει και εικονοπλαστική δεινότητα. Με τις λέξεις του δημιουργεί εικόνες για τον αναγνώστη. Διαβάζουμε σα να παρακολουθούσαμε ταινία. Ιδίως στις σκηνές του μπουντρουμιού, ακόμα κι εκείνες όπου δεν γίνεται τίποτα το συνταρακτικό, τις ευχαριστήθηκα πολύ. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ πιο δυνατές από αυτές της αστυνομικής έρευνας. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, βάζοντάς μας στην «πρώτη γραμμή του πυρός». Να βλέπουμε τα πράγματα όπως τα βλέπει ο αφηγητής. Με τα δικά του μάτια. Παρακολουθούμε τις σκέψεις να τρέχουν. Ακούμε τα γρανάζια του μυαλού του να γυρίζουν τρίζοντας και να αναπηδάνε κάθε φορά που δύο σκωροφαγωμένα δόντια συναντώνται. Ακούμε τους νοητούς διαλόγους. Νιώθουμε το φόβο που του δηλητηριάζει το αίμα, να εξουδετερώνεται αυτοστιγμεί από ψήγματα ελπίδας. Τον βλέπουμε να φτάνει στα όρια της ανθρωπιάς και της υπομονής. Κάποιες φορές να τα ξεπερνάει και μετά να σιχαίνεται τον εαυτό του. Να μην τον αναγνωρίζει καν. Να μην αναγνωρίζει το «τέρας» που στέκεται μπροστά του. […] Αυτό που με είχε αναστατώσει περισσότερο, όμως, ήτα ο τρόπος που με κοιτούσαν όλοι. Είχαν βάλει το κεφάλι τους ανάμεσα σε δυο κάγκελα ενώ έπιαναν σφιχτά τα αμέσως επόμενα. Ήταν σαν να με περίμεναν να συνέλθω με την ελπίδα ότι θα τους έλυνα όλες τους τις απορίες. Η κατάστασή μου όμως δε διέφερε από τη δική τους. Είχα μόνο ερωτήσεις […] Στα υπέρ του βιβλίου και το χιούμορ. Γέλασα μόλις διάβασα το ευφάνταστο όνομα του δικηγόρου. Πολύ πετυχημένο πραγματικά! Και γενικά συναντάμε πολύ από το χιούμορ του Γιώργου, στις σελίδες του βιβλίου. Ίσως όμως, κάποιες φορές να του ξεφεύγει λίγο και να γίνεται κοινότυπο. Αλλά ακόμα κι έτσι, δεν παύει να είναι χιούμορ, κάτι που προσωπικά εκτιμώ ιδιαιτέρως, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μου. Αγάπησα πολύ και το συμβολικό εξώφυλλο, που μας διηγείται μια ιστορία από μόνο του. Η πεταλούδα Μονάρχης (τυχαίο;), με το μαύρο σώμα και τα χρυσοκίτρινα φτερά, που προσπαθεί να αποδράσει από το καγκελόφρακτο παράθυρο. Απ' έξω ένας δυσοίωνος, σκοτεινός ουρανός, δεν προμηνύει τίποτα καλό. Στο άγγιγμα του ψυχρού μετάλλου, τα λεπτεπίλεπτα φτερά γίνονται στάχτη. Πριν κλείσω θα ήθελα να σχολιάσω κάτι το οποίο συναντάμε συχνά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία όλων των ειδών . Δεν κατανοώ ακριβώς το λόγο για τον οποίο επιλέγει ένας συγγραφέας να κάνει τους βασικούς του πρωταγωνιστές Ελληνοαμερικανούς, Ελληνοϊταλούς κτλ κι όχι σκέτους Έλληνες. Προσωπικά δε μου δίνει το κάτι παραπάνω αλλά αντίθετα με κάνει και νιώθω σαν οι αμιγώς Έλληνες να μην είναι «άξιοι» να συνδράμουν σημαντικά στην πλοκή μιας ιστορίας και μόνο η επιμειξία τους με άλλους λαούς τους καθιστά ικανούς. Ποια είναι αλήθεια, η δική σας γνώμη επ’ αυτού; Ανεξάρτητα όμως από την παραπάνω γενική παρατήρηση, το «Κάθε μυστικό σου» είναι μια περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις κι αγωνία, που θα κρατήσει το ενδιαφέρον σας αμείωτο, μέχρι την τελευταία αράδα. Θα περάσετε καλά μαζί του! Καλή ανάγνωση!

0

Σώσε με



Ο Σίμος στα καλύτερά του!

Έχω πει και παλαιότερα ότι εκτιμώ πάρα πολύ, δυο πράγματα σε κάποιους συγγραφείς: Το ένα είναι η ικανότητά τους να πουν πολλά πράγματα σε λίγες σελίδες και το δεύτερο, η εξέλιξή τους ως λογοτέχνες. Το Δημήτρη Σίμο τον εκτιμώ και το θαυμάζω τόσο γι’ αυτούς τους δυο λόγους, όσο και για την ικανότητά του να εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχολογία, σε σχεδόν «διαστροφικό» βαθμό! Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα μέσα από το νέο του πόνημα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με τίτλο «Σώσε με»! Μέσα από το «Σώσε με» βλέπουμε το Δημήτρη Σίμο στα καλύτερά του. Είναι μακράν η πιο ώριμη δουλειά του! Μέχρις ώρας τουλάχιστον. Εντελώς διαφορετική αλλά συνάμα τόσο γνώριμη γραφή. Όπως έχει πει κι ο ίδιος κάποια στιγμή: «Σίγουρα θα με αναγνωρίσετε. Αυτό είναι και το στοίχημα μου. Όποιος με διαβάζει, να λέει αυτός είναι "Σίμος". Να αντιλαμβάνεται την οπτική μου, ανεξάρτητα αν διαβάζει αστυνόμο Καπετάνο ή την ιστορία της οικογένειας Πομάνου.» Στο «Σώσε με» έχουμε να κάνουμε με την οικογένεια τεσσάρων γυναικών. Τη μητέρα και τις τρεις κόρες της. Εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες και συμπεριφορές. Οι σχέσεις τους μοιάζουν να είναι διαταραγμένες και το γιατί το μαθαίνουμε με την πορεία της ιστορίας. Αγαπημένη μου φιγούρα, η ανατρεπτική Νικόλ, η μεσαία κόρη. Βεβαίως, η ιστορία δεν αποτελείται μόνο από τις τέσσερις αυτές γυναίκες. Υπάρχουν κι άλλοι χαρακτήρες, όλοι αληθοφανείς και καλοσχηματισμένοι. Και θέλω να σχολιάσω την αστυνόμο Λουκίδη, η οποία, παρά τις όποιες αδυναμίες και κακές συνήθειες έχει, αλλά και λόγω αυτών, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περσόνα. Μου αρέσει που ο Δημήτρης επέλεξε γυναίκα για το ρόλο αυτό και όχι έναν ακόμα αρσενικό χαρακτήρα. Η ανάλυση των χαρακτήρων είναι εξαιρετική. Πραγματικά με έχει ενθουσιάσει η καταβύθιση στη γυναικεία ψυχοσύνθεση! Θεωρώ ότι είναι σπουδαίο επίτευγμα για έναν συγγραφέα, άντρα, να προσεγγίσει τόσο άρτια και με τόσο σεβασμό το ψυχισμό και τον τρόπο σκέψης της γυναίκας. Ο τόπος όπου τοποθετείται η ιστορία, είναι το κρύο και αφιλόξενο χωριό Κρυφό, κάπου έξω από την Κομοτηνή. Ένα χωριό που όπως λέει και το όνομά του, έχει πολλά μυστικά θαμμένα στο παγωμένο χώμα του. Μυστικά που κανείς από το χωριό δε θέλει να δει να βγαίνουν στη επιφάνεια. Παραδίπλα στο Κρυφό, βρίσκεται το Δάσος των Μανιταριών, όπου βρήκαν βασανιστικό θάνατο τρεις γυναίκες. Από πλευράς αφήγησης και πλοκής, η δουλειά που έχει κάνει είναι άριστη. Βλέπουμε το αστυνομικό με το ψυχολογικό στοιχείο να ανταλλάζουν «μπαλιές» σε ένα σκληρό ματς, «καταδικασμένο» από την αρχή, να έρθει ισοπαλία. Τέλεια η ισορροπία των δυο «συστατικών»! Η ιστορία ρέει όμορφα, ομαλά, με ανοδική πάντα πορεία και με αυξανόμενη ταχύτητα. Δεν κάνει κοιλιά πουθενά. Ακόμα και σε σημεία που θα περίμενε κανείς να «κόψει ταχύτητα», ο Δημήτρης το πάει στο «ρελαντί», μόνο και μόνο για «να πατήσει τέρμα το γκάζι», μετά την επόμενη «στροφή». Επιπροσθέτως, δίνει κάθε φορά τόσα στοιχεία όσα χρειάζεται ο αναγνώστης για να πάει παρακάτω στην ιστορία. Δε στερεί πληροφορία ώστε να δημιουργούνται νοηματικά κενά και δε μοιράζει αφειδώς «μυστικά» που θα χαλάσουν την απόλαυση της έκπληξης. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε είναι ότι, μέσα από τις σελίδες του «Σώσε με» θίγονται με σοβαρότητα κι αξιοπρέπεια, πολύ σοβαρά θέματα και προβλήματα, όπως αυτό της παιδικής και γυναικείας κακοποίησης, στοιχεία που ταλανίζουν οικογένειες όπως η ζήλια μεταξύ των παιδιών κι η απιστία των συζύγων καθώς και θέματα διαβίωσης των μεικτών κοινωνιών (χριστιανική/μουσουλμανική κτλ). Ωστόσο, θεωρώ ότι, ιδίως τα θέματα της κοινωνικής περιθωριοποίησης κι απομόνωσης, τα άγγιξε μόνο επιδερμικά ο Δημήτρης. Αν και δεν είναι αυτό το θέμα του βιβλίου, θα ήθελα να εμβαθύνει λίγο περισσότερο. Αυτό ήταν κάτι που μου έλειψε. Αυτό που επίσης βρήκα «λίγο» ήταν το ερωτικό στοιχείο. Αν και κάποια στιγμή κάτι πάει να γίνει κι ενώ υπήρξε μια ιδιαίτερη δυναμική ανάμεσα σε δυο άτομα, αυτό έληξε πριν καν ξεκινήσει. Δε ξέρω φυσικά κατά πόσον θα πρόσθετε κάτι στην ιστορία, εάν το συνέχιζε, σίγουρα όμως θα την έκανε πιο… πικάντικη. ;-) Θέλω να μιλήσω για το τέλος του βιβλίου… Το βιβλίο φαινομενικά τελειώνει, ωστόσο συνεχίζει για μερικά μικρά κεφάλαια ακόμα. Με παραξένεψε αυτό και η αλήθεια είναι ότι με ενόχλησε κιόλας. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί πλατειάζει έτσι. Κι έρχεται η ανατροπή σε μία μόνη λέξη! Κι όλα βρήκαν το νόημά τους! Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι είναι εμφανής η δουλειά που έχει ρίξει για το συγκεκριμένο έργο ο Δημήτρης Σίμος! Δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη. Τίποτα να μην το έχει περάσει από «κόσκινο». Έχει καταφέρει να διεισδύσει στα κατάβαθα του μυαλού και της ψυχής των ηρώων του. Έχει καταφέρει να αποδώσει άριστα το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα και τέλος, έχει βρει τις ισορροπίες του μεταξύ αστυνομικού και ψυχολογικού θρίλερ. Έχει αποδώσει τη σωστή διάσταση, σχήμα και χρώμα στην ιστορία του, χωρίς υπερβολές. Μέσα από τα εξαίρετα ψυχογραφήματα, τους άψογα δομημένους ήρωες και το ζοφερό σκηνικό, παράλληλα με τον άριστο καταμερισμό μεταξύ αφήγησης και διαλόγων, το σωστό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας αλλά και των λίγων, πλην καλοδουλεμένων, ανατροπών, λαμβάνουμε ένα άρτιο αποτέλεσμα. Το αγαπά αυτό που κάνει ο Δημήτρης κι αυτό φαίνεται! Το λάτρεψα το «Σώσε με» και σας το προτείνω με το χέρι στην καρδιά! Διαβάστε το και θα με θυμηθείτε! Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να περιμένω με αγωνία το επόμενο…

0