Τελειώνοντας την ανάγνωση του καινούργιου μυθιστορήματος του αγαπημένου μου πια συγγραφέα Κώστα Κρομμύδα , αυτό που πραγματικά έχω ανάγκη να γράψω δεν είναι η άποψη μου μόνο. Θέλω να το πάω παραπέρα και να μιλήσω για τον έρωτα , γιατί αυτό το βιβλίο είναι γεμάτο από αυτόν.
Τους μεγάλους έρωτες του θεάτρου τους έχουμε στο μυαλό μας σαν κάτι λαμπερό, ιδανικό και πολλά ζευγάρια τα ζηλέψαμε για τον μεγάλο έρωτα που έζησαν. Αυτό το βιβλίο μας δείχνει τι γίνεται όταν τα φωτά της λαμπερής σκηνής σβήνουν και οι πρωταγωνιστές που τόσο αγαπάμε και θαυμάζουμε γίνονται πια οι εαυτοί τους . Βλέπουμε ότι είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, με αδυναμίες , ανασφάλειες , όνειρα και φιλοδοξίες. Ερωτεύονται και διεκδικούν ,πληγώνονται από αυτόν αλλά συνεχίζουν να παθιάζονται . Οι ρόλοι που καλούνται ή ονειρεύονται οι ίδιοι να παίξουν τους επηρεάζουν άμεσα και είναι άρρηκτα δεμένοι με την ζωή τους .
Αυτό το βιβλίο σου βγάζει άπειρα συναισθήματα. Δεν διαβάζεις απλά μια ιστορία αγάπης , για έναν έρωτα στην Αθήνα του ’40 ανάμεσα σε ανθρώπους της τέχνης και του θεάτρου. Διαβάζοντας την ιστορία του Νικόλα και της Λυδίας δεν σταματάς ποτέ να σκέφτεσαι ότι έναν τέτοιο έρωτα θες να ζήσεις και εσύ. Έναν έρωτα γεμάτο πάθος, ένταση, δημιουργία και εγωισμό. Γιατί όταν αγαπάς γίνεσαι εγωιστής , ακραίος και ταυτόχρονα νιώθεις γεμάτος και έτοιμος να κατακτήσεις τα πάντα.
Όταν αγαπάς ή έχεις αγαπήσει αληθινά αυτό μένει μέσα σου , δεν σταματάς να το νιώθεις ακόμα και αν δεν είσαι πια μαζί με τον άνθρωπο σου. Η πραγματική αγάπη βρίσκεται μέσα μας . Αυτό ακριβώς νιώθουμε όταν διαβάζουμε την ιστορία των δύο αυτών ανθρώπων. Η ζήλια και ο εγωισμός μπορεί να τους χώρισε αλλά οι καρδιές τους δεν χώρισαν ποτέ, μέχρι το τέλος. Τον έρωτά τους τον έζησαν, τον διεκδίκησαν και δεν φοβήθηκαν να βαδίσουν μαζί τα μαγικά του μονοπάτια.
Περισσότερο μαθαίνουμε την μοναδική τους ιστορία μέσα από την καρδιά και την ψυχή του Νικόλα, ενός άντρα που πραγματικά όση ώρα διάβαζα ένιωθα την ανάγκη να τον αγκαλιάσω, να τον παρηγορήσω και να του πω ποσό τυχερός υπήρξε γιατί έζησε κάτι μοναδικό και μαγικό.
Τελειώνοντας θα ήθελα να πω ότι πραγματικά έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάτι τόσο ευαίσθητο . Κάτι που κάθε αράδα του είναι γεμάτη συναίσθημα το οποίο στο μεταδίδει μοναδικά. Βρίσκεσαι εκεί μαζί με τους ήρωες και ζεις αυτόν τον έρωτα , κλείνεις τα μάτια και ακούς το χειροκρότημα, μυρίζεις το σανίδι και γίνεσαι μέρος της παράστασης.
Το γνωστό και αγαπημένο πια ύφος του συγγραφέα μας αποζημιώνει για ακόμα μια φορά με μια ιστορία μοναδική και εμπνευσμένη απο τους μεγάλους έρωτες που γεννιούνται στο μαγικό κόσμο του θεάτρου.
Νομίζω ότι αξίζει να παραθέσω το εξής απόσπασμα το οποίο εμένα προσωπικά με άγγιξε ιδιαίτερα.
Ο έρωτας , ο αληθινός, θα σε πάρει από το χέρι και θα σε μάθει να τον ζεις για μία και μόνη φορά. Αν του αφεθείς και τον νιώσεις να καίει μέχρι και το τελευταίο χιλιοστό της ύπαρξης σου τότε ναι θα κρατήσει για πάντα.»
Αρχίζοντας την ανάγνωση του τελευταίου βιβλίου του Στέφανου Δάνδολου ήξερα απο την αρχή οτι είχα ενα καλό βιβλίο στα χέρια μου. Η εντύπωση μου απο το τελευταίο του βιβλίο «Οταν θα δεις την θάλασσα» ήταν εξαιρετική. Νιώθω πραγματικά τυχερή που τον έμαθα και φυσικά απο τότε έχω γίνει φανατική αναγνώστρια των βιβλίων του.
Το τελευταίο του βιβλίο «Ιστορία χωρίς όνομα» με τράβηξε σαν μαγνήτης γιατί ασχολείτε με την αγαπημένη συγγραφέα των παιδικών μου χρόνων ,την Πηνελόπη Δέλτα.
Μια γυναίκα μεγαλωμένη σε μια οικογένεια αυστηρών αρχών , με γονείς που δεν της έδειξαν ποτέ την αγάπη τους , ένα περιβάλλον όπου τα πρέπει μιας κοινωνίας ακόμα δηκτικής και σκληρής ,υπερτερούσαν της καρδιάς. Και η Πήνελόπη Δέλτα ήταν μια γυναίκα που λαχταρούσε να ζήσει , να αγαπήσει και να αγαπήθει. Ένα ελεύθερο πνεύμα, εγκλωβισμένο που πάλευε να αφεθεί ελεύθερο και να πετάξει.
Τελικά έγινε μια γυναίκα θλιμένη, στερημένη αγάπης . Αυτήν την αγάπη την βρίσκει πλατωνικά στο πρόσωπο του Ίωνα Δραγουμη.Ενας άντρας επαναστάτης , γεμάτος ιδανικά και αγάπη για τον τόπο του. Οτι ζει μαζί του ειναι τρείς μέρες, σε ενα σανατόριο στην Βιέννη του 1908 , όπου έχει καταφύγει για να γιατρέψει την πληγωμένη της ψυχή.Και εκεί είναι που δίνει την μεγαλύτερη της μάχη. Πρέπει να διαλέξει αν θα ζήσει αυτόν τον έρωτα φεύγοντας μαζί του , εγκαταλείποντας σύζηγο και τρία παιδια ή θα τον απαρνηθεί γιατί πάνω απο όλα ειναι σύζηγος και μητέρα.
Θα υπερισχύσει το δεύτερο μετά απο μια μάχη συνειδήσεως , αποφασίζοντας να σταθεί άξια μάνα και συζήγος. Μέσα της δεν θα τον ξεπεράσει ούτε θα τον ξεχάσει ποτέ.Θα προσπαθήσει να βάλει τέλος στην ζωή της πολλές φορες αλλά θα αποτύχει.
Θα γνωρίσουμε την ίδια γυναίκα αλλά και τόσο διαφορετική μετά απο τριαντά τρία χρόνια τον Απρίλιο του 1941, επιτυχημένη και αγαπημένη πια συγγραφέας όλης της Ελλάδας να ζει καθηλώμενη στο σπίτι της στην Κηφησιά, να απογοητεύεται για άλλη μια φορά απο την ίδια αλλά και απο την ίδια της την πατρίδα. Με τούς Γερμανούς να ετοιμάζονται να εισβάλουν στην Αθήνα , νιώθει οτι το συγγραφικό έργο μιας ζωής , ενα έργο που εξιμνούσε την αδάμαστη Ελληνικη ψυχή , που σκοπό του είχε να εμψυχώσει όλους τους Ελληνες , απέτυχε.
Αποφασίζει να βάλει τέλος στην ζωη της μόλις οι Γερμανοί πατήσουν το κυρίαρχο πόδι τους στην Αθήνα.
Αν αρχίζοντας αυτό το βιβλίο περιμένουμε πλοκή θα απογοητευτούμε αλλά
συγχρόνως θα ανταμοιφθούμε γιατί θα πλημμυρίσουμε απο συναισθήματα.
Συναισθήματα αγάπης , στοργής , αφοσίωσης αλλά και απογοήτευσης, έντονης θλίψης και κατάθλιψης. Θα γνωρίσουμε καλύτερα και πιο ουσιαστικά μια γυναίκα απίστευτα δυνατή μέσα στην αδυναμία της που τελικά καταφέρνει να κρατηθεί στην ζωη μέσα απο το γραψιμό της , μαθαίνοντας έτσι να αντέχει την απούσια αυτού του έρωτα και να μας χαρίσει τελίκα αυτά τα υπέροχα βιβλία της.Θα γίνει η συγγραφέας της καρδιάς μας , μικρών και μεγάλων, όλων των Ελλήνων.
Θα τελειώσω με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα , ο οποίος είπε ότι αυτό που θα τον χαροποιούσε πραγματικά , θα ήταν οτι τελειώνοντας αυτό το βιβλίο θα τρέξουμε σε ενα βιβλιοπωλείο και θα αρχίσουμε να διαβαζουμε στα παιδία μας τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα.