Ο Κασόλας γράφει ένα άνευ προηγουμένου κωμικό έργο, απλό στον πυρήνα του αν και πυκνογραμμένο, που συγκινεί˙ κάνει πιστευτά τα πιο σουρεάλ σκηνικά πλάθοντας χαρακτήρες και γεγονότα μέσα σε οικείες, καθημερινές συνθήκες απελπισίας και κουτοπονηριάς, ενώ ενδιάμεσα τιμά διακριτικά τα τραύματα των πρωταγωνιστών από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, από τη βία του παρόντος, διανθίζοντας αναπάντεχα τον ψυχισμό τους και κατ’ επέκταση την πλοκή. Αυτό όμως για το οποίο υποκλίνομαι στον συγγραφέα είναι για το ότι καταφέρνει να βγάλει ευφυέστατα ασπροπρόσωπο, άκρως συμπαθή εντέλει στα μάτια του αναγνώστη τον Διονύσιο Σκαφίδα φέρνοντας τους πάντες ενώπιον των πράξεων τους, την ίδια στιγμή που σκηνοθετεί ανέλπιστα τις εξελίξεις της υπόθεσης σαν σε ταινία δράσης, λίγο προτού ρίξει δραματικά την αυλαία στο έργο.
φεμινιστική αναδιατύπωση επικών διαστάσεων της κλασικής Σταχτοπούτας
Η Donelly αναδιατυπώνοντας το κλασικό παραμύθι της Σταχτοπούτας ικανοποιεί σύγχρονες αναγνωστικές ανάγκες· εξανθρωπίζει και συγχρόνως ηρωοποιεί τους άλλοτε μονοδιάστατους δευτεραγωνιστές, ενώ ανεβάζει τον πήχη της αφήγησης με το να τους εμπλέκει στα παιχνίδια εξουσίας της Μοίρας και της Τύχης καθηλώνοντάς σε. Ακόμη, το ότι είναι τόσο προσηλωμένη η ίδια στο να ενδυναμώσει το γυναικείο φύλο, πράγμα που αλλού ίσως και να λιγώνει, εδώ της βγαίνει σε καλό, επειδή ταιριάζει γάντι στον αφηγηματικό χωροχρόνο.
ανατολή μαύρου ηλίου, Μόσχα, 30 Οκτωβρίου 1961, 11:32 π.μ.
Ένας ύποπτος θάνατος στους κόλπους Σοβιετικών επιστημόνων απειλεί να τινάξει στον αέρα την προγραμματική ρίψη της βόμβας του τσάρου, της πιο ισχυρής βόμβας που έχει δημιουργηθεί ποτέ στον πλανήτη Γη. Πρόκειται για ένα καλογραμμένο αντιπολεμικό θρίλερ με εκλαϊκευμένη επιστημονική ορολογία, κατευθείαν βγαλμένο μέσα από την ιστορική πραγματικότητα του ψυχρού πολέμου, το οποίο περιγράφει με ενάργεια τη συλλογιστική για την κατασκευή των πυρηνικών όπλων και τον εφιάλτη που αυτά συνιστούν για την ανθρωπότητα.
Θα το είχα αποφύγει αν γνώριζα εκ των προτέρων το πόσο φιλοσοφικό θα ήταν, παρ' όλα αυτά είναι από τα βιβλία για τα οποία δε μετανιώνω που τα διάβασα. Ο διάλογος του πρωταγωνιστή με τα Θεία στο πλαίσιο της αυτοΐασής του είναι ιδιαίτερος, έχει κάποιο ενδιαφέρον από μόνος του και δένει πολύ φυσικά με τον πυρήνα της πλοκής.
Η πλοκή έχει προοπτικές αλλά χάνει στην πραγμάτωσή της. Τα μέρη του βιβλίου διακόπτουν κάπως τη ροή μιας ανάγνωσης που, ενώ ξεκινά τόσο δυναμικά, βαλτώνει ανά διαστήματα. Η αφήγηση κάπου επαναλαμβάνεται, κάπου αστοχεί, κάπου γίνεται πιο ποιητική απ’ όσο το απαιτούν οι περιστάσεις, πιο επιτηδευμένη απ’ όσο ταιριάζει στις εξομολογήσεις των πρωταγωνιστών, ενώ εμφανίζει και μια ανομοιογένεια ως προς τον βαθμό στον οποίο αναπτύσσει τους διάφορους χαρακτήρες, η οποία δικαιολογεί λίγο άχαρα τις εξελίξεις του φινάλε. Βέβαια, στην τελική, σε κρατά για να το τελειώσεις και ίσως αυτό να μετράει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Ο επιστάτης παρεισφρέει και δρα διαβρωτικά ανάμεσα σε ένα ζευγάρι για λόγους εκδίκησης. Ο ίδιος είναι ένας άξιος πρωταγωνιστής ερωτικού θρίλερ, σε διασκεδάζει και σε συναρπάζει, καθώς υλοποιεί το σχέδιο του υπολογισμένα, με χάρη και αποφασιστικότητα, ακόμη και όταν τα βρίσκει σκούρα απέναντι στην αφυπνισμένη Σαμάνθα. Αυτό, ωστόσο, που πραγματικά σε συγκλονίζει είναι το αληθινό κακό που κρύβεται από πίσω του και που αποκαλύπτεται μόλις στις τελευταίες σελίδες.
Σαγηνεύει και καθηλώνει με τις καίριες ανατροπές του, καθώς παίζει με τους αφηγηματικούς χρόνους και τις δυναμικές των σχέσεων των ηρώων. Αυτό, όμως, που απογειώνει το έργο για μένα είναι η αφοπλιστική ειλικρίνεια της Έμα στο τέλος για τις προθέσεις της, η οποία σε βάζει σε σκέψεις για το πώς οφείλεις να την αξιολογήσεις συγκεκριμένα γι’ αυτές.
Είναι σατανικό, διαβάζεται χωρίς ανάσα· αν και δίνει την εντύπωση ότι πάει κάπως αργά, στην πραγματικότητα ωριμάζει λίγο λίγο, σε υπνωτίζει για να σε φέρει εκεί που θέλει, ώστε να σε συνταράξει για τα καλά με το φινάλε του.
Το φινάλε μου άλλαξε την αρνητική άποψη που είχα για το βιβλίο, ενόσω το διάβαζα, αλλά δεν ξέρω αν θα επέλεγα να ασχοληθώ ξανά με κάποιο άλλο του ίδιου συγγραφέα· το αυτό καθαυτό μυστήριο ναι μεν έχει σχέση με την ιστορική πραγματικότητα του έργου, ωστόσο φαντάζει συμπληρωματικό στοιχείο της, ενώ απαιτεί και αρκετή υπομονή για να το παρακολουθήσεις μέχρι τέλους.
ένα νηφάλιο σύνδρομο της Στοκχόλμης στις ερημιές της Αυστραλίας
Το βιβλίο έχει μια άγρια ομορφιά ανάλογη αυτής της έρημης γης των αυτόχθονων κατοίκων της Αυστραλίας και εκείνης του ακατέργαστου και υπομονετικού απαγωγέα Τάι, παρουσιάζει με ασυνήθιστο βάθος και αληθοφάνεια τις ψυχικές διεργασίες των ηρώων, αν λάβει κανείς υπόψη ότι απευθύνεται κυρίως σε εφήβους, ενώ είναι αξιοπερίεργα ισορροπημένο, καθώς η αφηγήτρια από τη μια εξανθρωπίζει τη βίαιη συνθήκη της απαγωγής της και από την άλλη της επιβάλλεται πρωτοποριακά.
Ο όμορφος άμπι του Ταρλάμπασι και η ομάδα του διέρχονται μέσα από σοβαρές παθογένειες της πατριαρχικής τουρκικής κοινωνίας, για να συλλάβουν τον δράστη της επίμαχης δολοφονίας. Το βιβλίο έχει στιβαρή πλοκή, είναι πολυποίκιλο ως προς τις θεματικές του και συναισθηματικό στον πυρήνα του· θέτει σε πρώτο πλάνο τις παντός τύπου ανθρώπινες σχέσεις και τους πολύπαθους ανθρώπους του περιθωρίου, ενώ αναβιώνει και μνήμες από το μεγάλο πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.
Ο φόβος της μοναξιάς οδηγεί έναν εργένη σ' ένα μοιραίο παραλήρημα, στον ανεπιστρεπτί κατήφορό του. Χρειάζεται χρόνος για να το χωνέψεις. Να’ ναι καλά οι κυνικές, απόκοσμες ευφυολογίες του Ραπτόπουλου που σε μαγνητίζουν, ακόμα και όταν θέλεις να στρέψεις το βλέμμα αλλού από ενστικτώδη απέχθεια για τα όσα διαβάζεις. Σίγουρα δε χάνεις την ώρα σου μαζί του. Υπάρχει και σχετική ταινία του 1997 με πρωταγωνιστή τον Τζώρτζογλου για όποιον θέλει να δει την επίσημη δραματοποίηση του βιβλίου.
θερμό κυνήγι θησαυρού στην πόλη Χαπαράντα της Σουηδίας
Αστυνομικό θρίλερ με μπόλικη δράση και γρήγορο ρυθμό. Είναι αναζωογονητικό το ότι η αφήγηση προσεγγίζει κοινωνικά το «σαφάρι» που διεξάγει η σουηδική αστυνομία για την ανάκτηση κλεμμένων ναρκωτικών και χρημάτων καλοκαιριάτικα, παρακολουθώντας διαδοχικά τον καθένα από τους ήρωες του έργου να αντιδρά σπασμωδικά κάτω από κλιμακούμενη πίεση.
Ο πρωταγωνιστής περιφέρεται σαν το φύλλο στον αέρα, καθώς αναζητά τη χαμένη αγαπημένη του Αλίκη. Ο Λουντέμης σε συγκινεί θες δε θες, ενώ μετριάζει τη φιλοσοφική διάθεση του ακριβώς λίγο πριν να σου γίνει δυσάρεστος. Αν και δεν του το έχεις, σε κάνει να αμφιβάλλεις κάπως για το αν υπάρχει όντως αυτή η γυναίκα στη ζωή του ήρωα ή είναι ένα αποκύημα της φαντασίας του· μπορεί δε και να σε κάνει να αγαπήσεις από το πουθενά τη δευτεραγωνίστρια Ερατώ για το πώς προσωποποιεί τον έρωτα και για το πώς συμπαραστέκεται στον αφηγητή, όταν εκείνος την έχει ανάγκη.
Είναι κλασικό έργο και ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Τα έχει όλα· κλαις, γελάς, συγκινείσαι αβίαστα με τους ήρωες, τις συγκρούσεις, τους αγώνες, τους έρωτες, τις δυσκολίες τους. Βλέπεις έναν Μέλιο που παλεύει ενάντια στις παλιές ιδέες, για να χορτάσει τη δίψα του για μάθηση, που προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του, φέρνοντας με την ωριμότητα του νέα πνοή στο κατεστημένο περιβάλλον του, ένα σωστό παράδειγμα ανθεκτικότητας και αυταγάπης που εντυπώνεται μέσα σου.
Είναι μετωπική η σύγκρουσή σου με την άβυσσο της εξορίας στη Μακρόνησο. Δεν υπάρχουν αερόσακοι για να σε σώσουν από τη συναισθηματική φόρτιση της αφήγησης, υποφέρεις κι εσύ μαζί με τους εκτοπισμένους. Όσο και αν η λογική σου λέει να συγκρατηθείς, διότι αυτός o συγγραφέας θέλει διακαώς να σε κάνει να κλάψεις, υποκύπτεις λέξη με λέξη· μόνο αν σταματήσεις την ανάγνωση, γλιτώνεις πραγματικά.
Αντιφρονούντες, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, μαρτυρούν για την ιδεολογία τους στη μέση του πουθενά, ενώ αποδεκατίζονται από λοιμό. Είναι μοναδικό έργο, γιατί σε εκθέτει σε υπαρκτά παραδείγματα φρίκης της ελληνικής πραγματικότητας μέσα από το φίλτρο της δυστοπίας, κάπως αποστασιοποιημένα και συγκρατημένα. Η περιγραφή της ζωής, δηλαδή, στην εξορία σε επηρεάζει, σε διαπερνά, ενώ δε φαίνεται ρητά από κάπου ότι ο συγγραφέας προσπαθεί γι’ αυτό, τουλάχιστον όχι τόσο όσο επιζητά να εξάρει την πυγμή για αντίσταση μέχρι τελικής πτώσης.
Αν το είχα διαβάσει πριν από την πανδημία του κορονοϊού, θα μου άρεζε πολύ περισσότερο. Ναι μεν είναι επίκαιρο, όταν απειλείται η δημόσια υγεία από κάποιο μικρόβιο, αλλά δεν εντυπωσιάζει πια, όπως το κάνουν άλλα εφιαλτικά σενάρια. Κρίμα.
Σε αυτήν τη δυστοπία, όπου τα βιβλία καίγονται δια νόμου, επειδή η ανάγνωσή τους απειλεί με διασάλευση την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, το πανάρχαιο παρελθόν κρατά ανορθόδοξα το κλειδί της επανάστασης. Ξεχωρίζει το μετα-αποκαλυπτικό φινάλε, καθώς διαφοροποιεί σημαντικά και ευχάριστα το έργο από άλλα της κατηγορίας του.
Το 1984 είναι πρόδρομος του μεταοργουελικού σύμπαντος μας, όπου το ίδιο το άτομο πλέον επιλέγει ελεύθερα να εμπορεύεται την ιδιωτικότητά του μέσω ενός φακού κατά το δοκούν. Ξεχωρίζω την αναμέτρηση του ήρωα με τον Μεγάλο Αδερφό, το πρόσωπο του ολοκληρωτισμού, γιατί έχει μια απίστευτα ανθρώπινη πορεία και έκβαση, ενώ σου αφήνει ως επίγευση τον στίχου του Κάλβου, ότι η ελευθερία θέλει όντως αρετή και τόλμη.
αυτός ο δρόμος προς την ενηλικίωση δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα
Μικρομέγαλοι ναυαγοί καλούνται να δώσουν έναν σκληρό και απρόβλεπτο αγώνα επιβίωσης, ο οποίος θα ήταν παράνομο και ανήθικο να διεξαχθεί μέσα σε ένα εργαστήριο, και έτσι να ενηλικιωθούν απότομα, ενώ ο φόβος για το άγνωστο παίρνει τερατώδεις διαστάσεις μέσα τους. Πολύ δυνατό έργο.
πολιτική δυστοπία σε καιρό Εμφυλίου μπουκιά και συχώριο
Είναι τουλάχιστον μοντέρνο. Μια ομάδα αυτοκτονίας αποδεκατίζεται για ένα πουκάμισο αδειανό, ενώ ο μοναδικό επιζών της προσπαθεί να πείσει τον θεό του, το Κόμμα, γιατί αξίζει να τον αφήσει να ζει από δω και πέρα. Αν αφεθείς στη δίνη της αφήγησης, θα βρεις μυστήριο, περιπέτεια, αγωνία· έναν σύνθετο αγώνα επιβίωσης, όπου δοκιμάζονται τα ανθρώπινα όρια, η πίστη και η αφοσίωση απέναντι στο καθήκον και το εγώ, όπου ελέγχεται η εξουσία για τις προθέσεις και την αιμοδιψία της.
Μου το είχαν προτείνει... Καθώς το διάβαζα, συνειδητοποίησα ότι το είχα δει σε ταινία... Ευτυχώς που δεν το σταμάτησα, διότι το βιβλίο ξεκαθάριζε όσα μπορεί να φάνταζαν ανεξήγητα εκεί. Πολύ τεχνική, μελετημένη, άρτια πλάνη. Είναι ό,τι πρέπει για τους λάτρεις των ψυχολογικών θρίλερ.
Η κακοτράχαλη έκφραση δεν είναι δικαιολογία για να μη διαβάσεις το Φράγμα· ίσα ίσα δένει με τις καφκικές επιρροές του, αποδίδει από τη μια τη σοβαροφάνεια και από την άλλη την επιστημονική διάνοια των χαρακτήρων του. Σου παρέχει τροφή για σκέψη πάνω σε θέματα σχετικά με τον πολιτισμό, την τεχνολογία και τη φύση. Η υποβλητική ατμόσφαιρά του σε κρατά σε εγρήγορση, καθώς προϊδεάζει διαρκώς για κάποιο πολύπλευρο κακό που παραμονεύει στα σκοτάδια της αφήγησης είτε αυτό σημαίνει κάποια ρωγμή στο φράγμα είτε τον οικονομικό μαρασμό της περιοχής είτε την απώλεια της ζωής κατοίκων της είτε λάθη και ανευθυνότητα της πολιτικής αρχής και των δημόσιων υπηρεσιών είτε το ανθυγιεινό ενδιαφέρον του οικοδεσπότη για την ψυχοκόρη του. Η ανωτερότητα του έργου, όμως, έγκειται στην πρωτάκουστη για τα καφκικά δεδομένα πρόταση που κάνει ο επισκέπτης μηχανικός για το μέλλον του φράγματος, μιας και αυτή τερματίζει τις φήμες, την καχυποψία, τη δυσοίωνη ρευστότητα του παρόντος. Στην πραγματικότητα, τα μόνα που του λείπουν είναι περισσότερη διαφήμιση και αναγνώριση. Προτείνω να δείτε και την ομώνυμη ταινία του 1982 με τον Κούρκουλο, που κινείται στο ίδιο κλίμα με το βιβλίο.
Έκανα το λάθος να το διαβάσω· αγνοούσα ότι είναι ένα ημιτελές έργο. Αυτή η αέναη άκαρπη επιδίωξη του ήρωα να συναντήσει κάποτε τις αρχές του Πύργου, προκειμένου να διευθετήσει την υπόθεσή του αναφορικά με την πρόσκληση εργασίας που του είχε αποσταλεί, καταντά ανούσια, ακόμα και αν στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί μια αλληγορία για τον σύγχρονο τρόπο ζωής, για την αβεβαιότητα, το άγχος, το τέρας της γραφειοκρατίας, τη ζωή ως διαρκή αναζήτηση του ανέφικτου. Αλλιώς, αν είχε ένα ορισμένο τέλος και μάλιστα αυτό το οποίο φέρεται ότι είχε εκμυστηρευθεί ο συγγραφέας σε φιλικό πρόσωπό του, τότε η βαθμολογία θα ήταν πολύ καλύτερη, ακόμα και άριστη.
Είναι τόσο αόριστο που καταλήγει να περιγράφει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Βλέπεις τι επίδραση μπορεί να έχει πάνω σου η εξουσία, όταν αποσκοπεί στην ανθρώπινη συντριβή και εξόντωση, πώς είναι δηλαδή να σε κατηγορούν μπροστά σου χωρίς εσένα, να σε δικάζουν ερήμην και να περιμένεις ανυπεράσπιστος την καταδίκη σου, γενικά πώς γίνεται να ξεκινάς τη μέρα σου έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και να φτάνεις αργότερα στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή, επειδή αναγνωρίζεις την παντοδυναμία του αντιπάλου πάνω σου.
φωτίζει μια δυσκολοχώνευτη για κάποιους πλευρά της ιστορίας μας
Η Ελένη είναι αληθινή, συγκλονιστική˙ είναι ένα από τα πολλά θύματα του Εμφυλίου, του δόγματος «όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου», κατεξοχήν παράδειγμα του ότι και οι αριστεροί είναι άνθρωποι, ικανοί για τα πιο φρικτά πράγματα, όταν αφήνονται έρμαια των παθών, της ιδεολογίας, των πολιτικών πιστεύω τους.
ένας δήμαρχος που αγαπούσε υπερβολικά πολύ τα παιδιά του λαού του :(
Αν και είναι αντικειμενικά ογκώδες, διαβάζεται πολύ εύκολα. Το μυθιστόρημα συνδυάζει την ευχαρίστηση με τη γνώση˙ είναι μια άριστη κατασκευή που σου περνά αβίαστα τη φρικτή ιστορία του Γκέτο της Πολωνικής Λοτζ, έτσι όπως τη σφράγισε ο αμφιλεγόμενος Εβραίος δήμαρχος της πόλης Ρουμκόφσκι, γνωστός για την αρρωστημένη αδυναμία του σε παιδιά και ορφανά.
Συνηθισμένες γυναίκες που εγκληματούν από ανάγκη γεύονται ψυχή τε και σώματι το βαρύ τίμημα της ελευθερίας τους. Είναι ένα όμορφο βιβλίο, αν αντέχεις να δεις κατάματα τη βία και τα κίνητρά της, αν μπορείς να δεχθείς τη λυτρωτική διάστασή της, όσο σκληρό πρόσωπό και αν έχει εκείνη, σίγουρα δημιουργικό και απρόσμενο, έτσι όπως η συγγραφέας διαπλέκει, με μια φυσικότητα, τις τολμηρές, ενοχλητικές περιγραφές του διαμελισμού και της σεξουαλικής κακοποίησης με τους υπαρξιακούς αναστοχασμούς των ηρώων.
Πρόκειται για ένα πλήρες δικαστικό θρίλερ. Η ανάγνωσή του είναι πυρετώδης χάρη στην ιντριγκαδόρικη εναλλαγή της αφήγησης ανάμεσα στις οπτικές του ήρωα και του κακού. Και η ενδιαφέρουσα πλοκή από μόνη της, βέβαια, δημιουργεί το πολυπόθητο σασπένς με τις απανωτές ανατροπές εντός και εκτός της δικαστικής αίθουσας, ενώ η αναπάντεχα ωραία ψυχοσύνθεση και το modus operandi του δολοφόνου επισφραγίζουν την ιδιαιτερότητα του έργου, το οποίο θα ήταν και ιδανικό, αν είχε λίγο μικρότερη έκταση.
κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα με θέμα τη λέπρα και τα ανθρώπινα πάθη
Το είχα διαβάσει μέσα σε μια μέρα, λίγο πριν προβληθεί η σειρά. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό και τον όγκο του μπορείτε να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματά για το πόσο ελκυστική και αξιόλογη είναι η θεματολογία, η πλοκή, η γραφή του. Το λες και κλασικό.
Άξια συνέχεια και ακόμα καλύτερο του πρώτου, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Ξεχωρίζει για το μπαράζ των ανατροπών του, το οποίο ανέλπιστα σε οδηγεί πιο βαθιά στον πυρήνα της αρχικής ιστορίας του Χέγκελ, ενώ προωθεί την πλοκή αναφορικά με το προσωπικό δράμα της Γιούλα.
Φεύγει απίστευτα γρήγορα στην ανάγνωση˙ δεν καταλαβαίνεις πότε το ξεκίνησες και πότε το τελείωσες. Είναι απλό, πρωτότυπο και γεμάτο με ανατροπές, δηλαδή ό,τι πρέπει για να σε κάνει να κολλήσεις με τη σειρά των βιβλίων Ακοή. Προτείνεται ανεπιφύλακτα.
Γενικά, είναι ευφυέστατη η σύλληψη και η πραγμάτωση του έργου, και σε χορταίνει ως αναγνώστη και σε αηδιάζει ως άνθρωπο, ενώ στην πρώτη σελίδα όφειλε να προειδοποιεί για αυτό που έπεται με μεγάλα γράμματα «συνιστάται η διακριτικότητα του θεατή, ακολουθεί ενοχλητικό περιεχόμενο». Η συγγραφέας υφαίνει μια πολυεπίπεδη ιστορία αναπλήρωσης γύρω από την τρομακτική συνθήκη της θεσμοθετημένης ανθρωποφαγίας˙ όταν το ζωικό κρέας μολύνεται και αχρηστεύεται, είναι πλέον κοινωνικά αποδεκτό και θεμιτό να αντικατασταθεί με αυτό του ανθρώπου. Ο πρωταγωνιστής, για να χωρέσει στη νέα διαμορφωθείσα κατάσταση τις ηθικές αξίες και προσωπικές ανάγκες του, αναμετράται με τα όρια των γύρω του και τα υπερβαίνει. Η Μπαστερρίκα έτσι όπως σπάει το ταμπού του κανιβαλισμού είναι σαν να ξαμολάει τις Ερινύες εναντίον σου, κάνει σχετικούς με σένα τους προβληματισμούς γύρω από τη καθολική μεταχείριση των ζώων, τις αντοχές της ηθικής, την πάση θυσία ικανοποίηση του εγώ και τα κοινωνικά αντίβαρα σε στιγμές κρίσης, ενώ σου μαυρίζει την ψυχή με τον νοσηρό ρεαλισμό της - όχι και τόσο μακρινής από μας - δυστοπίας της. Σε ό,τι αφορά το φινάλε, αυτό είναι η απάντηση στην ερώτηση του ενός εκατομμυρίου ευρώ, γνήσιο, παράλληλα, και λογικό προϊόν της περιρρέουσας ατμόσφαιρας˙ σε κάνει λίγο να σαστίσεις, λίγο να φρίξεις, λίγο να ουρλιάξεις από απόγνωση. Εξαιρετικό.
Αυτή τη φορά οι απαχθέντες παίκτες του παλέρμο, φορώντας μάσκες ζώων αντίστοιχες των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, καλούνται να διεξαγάγουν το δικό τους δικαστήριο, για να αποφασίσουν μέσα από αλλεπάλληλες ψηφοφορίες ποιοι τέσσερις από τους ίδιους θα μείνουν τελικά ζωντανοί. Πρόκειται για ένα αιμοσταγές, γεμάτο τρόμο μάνγκα που το διέπει μια διεστραμμένη λογική.
Ένα ιαπωνικό παλέρμο, καθηλωτικό, αγχωτικό, αιμοδιψές, κλειστοφοβικό, γεμάτο καχυποψία και ανατροπές, το οποίο χαράσσεται μέσα σου. Αν είσαι λάτρης του μυστηρίου, του τρόμου και του αίματος, το οφείλεις στον εαυτό σου να διαβάσεις και αυτό και τα άλλα τρία μάνγκα της σειράς του δημιουργού Judge, Secret και Dead Company.
Ένα δράμα περίπλοκο, αβίαστο, διακριτικό και συνάμα έντονο, παράδοξο, που αξίζει. Οι κάτοικοι μιας πόλης πιάνουν το χέρι βοήθειας ενός δικηγόρου και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές που τους άνοιξε ένα δυστύχημα με σχολικό λεωφορείο διεκδικώντας δικαστικά αποζημίωση. Φρένο, όμως, σε αυτό το σχέδιο βάζει μια επιζήσασα, όταν θυσιάζει τη συλλογική αλήθεια στον βωμό της προσωπικής λύτρωσης. Μόνο στο τέλος φαίνεται ότι είναι μοιραίο η συμφορά να βρει τους πάντες.
Είναι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Σε κάνει να αναρωτιέσαι για το τι μένει να ακολουθήσει, όταν από τη μέση περίπου και μετά του βιβλίου διαφαίνεται προς τα πού πηγαίνει η υπόθεση. Την απάντηση σε αυτό, βέβαια, τη δίνει εκπληκτικά η ερευνητική αποστολή καταφτάνοντας στο επίμαχο απομονωμένο νησί της Γροιλανδίας, εκεί όπου διαδραματίζεται αμφιλεγόμενα η τελευταία πράξη της ιστορίας. Τη δική τους ομορφιά έχουν και οι πληροφορίες οι οποίες περιβάλλουν και δομούν την πλοκή, καθώς φρεσκάρουν την αφήγηση, προκαλούν το ενδιαφέρον σου.
Η βαριά αίσθηση που μου δημιούργησε η ανάγνωσή του με ακολουθούσε για ώρες, μην πω μέρες καλύτερα, οπότε από αυτήν την άποψη το βρίσκω επιτυχημένο, αν και είμαι η ίδια λάτρης της λογικής.
Είναι καλό, ευκολοδιάβαστο, εκεί που κάνει την κοιλιά κερδίζει εκ νέου την προσοχή σου. Η φίλη που διερευνά τις συνθήκες θανάτου της νεκρής εξετάζει τα ενδεχόμενα αποκλείοντας τα ένα προς ένα, ώσπου φτάνει σε εκείνο που δε διαθέτει αντιστάθμισμα, το τελικό, το δυσάρεστο και μη αναμενόμενο.
Μια ανθρώπινη αφήγηση για τη μεταμόσχευση καρδιάς από πρώτο χέρι, η οποία σου υπενθυμίζει το μεγαλείο της προσφοράς και πόσο μεγάλο δώρο είναι η ίδια η ζωή. Η αξία του βιβλίου έγκειται στο ανεπιτήδευτο και διαυγές ύφος του σε συνδυασμό με το τόσο προσωπικό και βαρύ θέμα που θίγει.
Όσο η πλοκή εξελίσσεται, οι πιθανές εκδοχές της αλήθειας αρχίζουν να λιγοστεύουν με τον ρυθμό με τον οποίο είχαν εμφανιστεί˙ στο τέλος μένει μόνο μία, αναπάντεχη και φαρμακερή, αλλά δεν ξέρεις πώς πρέπει να αισθανθείς γι’ αυτήν, να χαρείς ή να θυμώσεις. Πάντως, δεν τίθεται θέμα ότι η βία, ανεξάρτητα από το κίνητρο, μπορεί να γίνει όπλο που οπλίζει στα χέρια του οποιουδήποτε.
Εικοσιτέσσερις αφηγηματικές ώρες προλογίζουν με μελανά γράμματα ένα σκηνικό φρίκης το οποίο σήμερα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Οι σελίδες σε υπνωτίζουν με τον όγκο των λεπτομέρειών τους, σου εξηγούν και με το παραπάνω πηγαίνοντάς σε από το χέρι ομαλά στο δραματικό φινάλε, χωρίς να φέρεις αντιρρήσεις˙ αν δεν το εγκατέλειψες στην αρχή του, είναι κρίμα να το αφήσεις τώρα. Μέχρι την τελευταία στιγμή ελπίζεις για το καλύτερο, και όχι άδικα. Τελικά, το να ξέρεις να ζεις και μόνος σου, ανεξάρτητος, είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης.
Η συγγραφέας πυροβολεί τα πόδια της με τον τρόπο που αναπτύσσει την κεντρική ιδέα του βιβλίου˙ εναλλάσσει το ένα άνευρο κεφάλαιο με το άλλο μονότονα, χωρίς ουσιαστικό όραμα και πλοκή, αν και προσπαθεί για ένα αξιοπρεπές τέλος.
Βούτυρο στο ψωμί του Έλληνα δημοσιογράφου θα ήταν αυτό το ψυχογράφημα των ηρώων της οικογενειακής τραγωδίας του έργου, τον χορό της οποίας σέρνει πρώτη η μητέρα. Η σκηνή στην μπανιέρα με τους δύο εραστές μένει χαραγμένη μέσα σου θες δε δες, όπως και το αμίμητο, χαριτωμένο, της διπλανής πόρτας ύφος της γραφής του Ραπτόπουλου. Το βιβλίο, ανεξάρτητα από το αν σου αρέσει ή όχι, έχει προσωπικότητα και το βγάζει προς τα έξω.
Η Λούλα είναι ένα ωμό, τολμηρό, προσιτό, μοναδικό έπος πειραματισμού και αυτοανακάλυψης το οποίο μαζί με την ηρωίδα βιώνει διάφορες ειδολογικές μεταμορφώσεις αφήνοντάς σε έκθαμβο. Η Λούλα είναι ένα φαινόμενο του καιρού, η κοκκινοσκουφίτσα που περιδιαβαίνει ανέμελα στο δάσος και που την τρώει ο κακός λύκος, παρόλο που έχει λιγότερο χαρακτήρα από εκείνην. Αν το τέλος ήταν τόσο προσεγμένο όσο ήταν η αρχή, θα άλλαζε σαφώς και η βαθμολογία.
Αγνοούσα ότι επρόκειτο για το τρίτο και τελευταίο μέρος της σειράς Μάτια, όταν αποφάσισα να το διαβάσω. Αυτή τη φορά ο συγγραφέας, στο πλαίσιο της ανανεωμένης συμβατά με την επαναλαμβανόμενη θεματολογία και το ύφος των αδελφών μερών της τριλογίας πλοκής, φέρνει στο προσκήνιο τις ανθρώπινες αδυναμίες και παίζει με τη λεπτή διαχωριστική γραμμή θύματος - θύτη, ενώ επιφυλάσσει μια ανορθόδοξα ικανοποιητική μοίρα στον Συλλέκτη που σε ξαφνιάζει.
Ο Κυνηγός βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Συλλέκτη, σβήνει παροδικά τη δίψα σου για καλά αστυνομικά θρίλερ με το να εκκινεί ευρηματικά μια νέα σειρά βίαιων και αρρωστημένων γεγονότων, οδηγώντας σε, όμως, σε μια πιο βαθιά, πιο σύνθετη δομή, στα μύχια μιας ψυχής με διεστραμμένη αίσθηση δικαίου, όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Λίγο πριν πέσει η αυλαία, εκεί που διασταυρώνονται δραματικά οι κύκλοι δράσης των θυτών, ξεκαθαρίζει προς έκπληξη όλων ποιος είναι τελικά η μαριονέτα και ποιος ο πραγματικός κουκλοπαίκτης του έργου.
θυμίζει στον αναγνώστη την απληστία του για ένα καλό βιβλίο
Το καταβροχθίζεις, θες και άλλο, και ευτυχώς που έχει προβλέψει ο συγγραφέας για σένα επιφυλάσσοντάς σου και συνέχεια των όσων έχεις διαβάσει. Καθώς το χρονόμετρο κυλά αντίστροφα και ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να βγάλει κάποτε και τον εαυτό του από την μέγγενη της κατεξοχήν δοκιμασίας του έργου, έμπνευσης και διαστάσεων εκείνων της σειράς Saw, η δράση και η αγωνία χτυπάνε κόκκινο. Την κατάσταση περιπλέκει και διανθίζει το γαϊτανάκι αλληλοκατηγοριών, η διάθεση εμπαιγμού από τον δημιουργό του παιχνιδιού και η μεταφυσική πινελιά της διαίσθησης.
πόσο μοιραίο είναι να απαντήσεις τελικά στην τηλεφωνική κλήση;
Το βιβλίο ξεκινά με τις καλύτερες προοπτικές, πολύ δυνατά χάρη στη συνθήκη της ομηρίας στον ραδιοτηλεοπτικό σταθμό και της απειλής για αιματοκύλισμα, και εξελίσσεται ανατρεπτικά σε κάτι πολύ διαφορετικό, σίγουρα πιο ανθρώπινο, όταν δίνει τον χώρο στη διαπραγματεύτρια της Αστυνομίας να ενεργήσει αυτόβουλα. Αν και η κεντρική ιδέα της ιστορίας δε συγκαταλέγεται στις προτιμήσεις μου, εκτιμώ το συγκεκριμένο μείγμα τεχνικής αρτιότητας/δράσης/συναισθήματος, μιας και ήθελα να δω κάποτε κάτι τέτοιο από τον Fitzek.
προβλέψιμη αλλά καλή απόπειρα συγγραφής ψυχολογικού θρίλερ με χώρο δράσης του τη θάλασσα
Από τη μέση περίπου και μετά το βιβλίο γίνεται αρκετά προβλέψιμο, αλλά χαίρεσαι που βλέπεις συγγραφείς να καταπιάνονται με το γράψιμο ενός κλειστοφοβικού ψυχολογικού θρίλερ, ιδίως όταν το εντάσσουν στη θάλασσα. Είναι καλό για να περάσεις την ώρα σου διαβάζοντας αλλά μέχρι εκεί.
Ένα συναρπαστικό, διεστραμμένο κλειστοφοβικό ψυχολογικό θρίλερ που αφορμάται από το δυσοίωνο, ανατριχιαστικό φαινόμενο εξαφάνισης ανθρώπων εν πλω σε ετήσια βάση, για να συνταράξει ακόμα μια φορά τον ψυχισμό του αναγνώστη του Fitzek. Μέσα σε λίγες ώρες, όσο διαρκεί και η μονοκοπανιά ανάγνωση του έργου, ένας εκδικητής τιμωρός βγάζει από το σεντούκι σκελετούς του παρελθόντος, για να στοιχειώσει τους ζωντανούς ιδιοκτήτες τους, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τα πρόσωπα του έργου. Πέρα από τη ζοφερή πλοκή, σε σαστίζει ο πρωτόγνωρος μαραθώνιος ανατροπών και η δυσβάστακτη, αποκρουστική, συγχρόνως λυτρωτική αλήθεια του τέλους.
Εντυπωσιακό το πώς κυλά σαν νερό η ανάγνωση, ανάλαφρα και ξεκούραστα, θεαματική η καταιγιστική δράση και ρυθμός του βιβλίου, η δεμένη, ολοκληρωμένη πλοκή και το αρρωστημένο τέλος που της πρέπει, αν αναλογιστεί κανείς εκείνο που βλέπουμε σε χιλιοειπωμένες ιστορίες ενδοοικογενειακών φονικών.
το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αρκετά περιπετειώδες και ανθρώπινο˙ ξεφεύγει κάπως από το σύνηθες σύμπαν του Fitzek, αλλά δε θα μπορούσε να το υπογράφει και άλλος. Ο ίδιος εξωθεί στα άκρα τα πρόσωπα του έργου τοποθετώντας τα έξυπνα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε τέσσερις τοίχους, φέρνοντάς τα αντιμέτωπα με μοιραία ηθικά διλήμματα, για μεγεθύνει το δράμα της επιλογής του μη χείρονος ως βέλτιστου την οποία αυτά καλούνται να κάνουν.
Εξεζητημένη η πλοκή. Η θρυμματισμένη αφήγηση αναπαριστά ταιριαστά τον αγώνα δρόμου που διανύει ο ήρωας, να μαζέψει και να ταιριάξει σωστά τα κομμάτια παζλ της απολεσθείσας μνήμης του και να κλείσει τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Η κατά κόρον συσκότιση των γεγονότων, εκεί που σχεδόν σε έχει εξαντλήσει ως αναγνώστη, αίρεται λίγο πριν από το φινάλε, όταν έρχεται σαν από μηχανής θεός η εξήγηση αυτού που μέχρι πρότινος φάνταζε παράλογο.
Μου άρεσε στην ολότητά του. Πρόκειται για ένα καθηλωτικό κλειστοφοβικό ψυχολογικό θρίλερ, αξιέπαινο για τη σφιχτή πλοκή, τον ρεαλισμό του πυρήνα αυτής (της απλοποιημένης, δηλαδή, γραμμικής εκδοχής της) και του παρανοϊκού ψυχισμού του «Ψυχοθραύστη», σε σύγκριση με άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα - εχθρός του γαρ ο εαυτός του - . Εξαιρετικά απολαυστικό.
Κάπου η πλοκή υπερβάλλει και κάπου δεν σε νοιάζει και τόσο αυτό, όσο η αφήγηση σε απορροφά, μέχρι να την ολοκληρώσεις. Ο εσωτερικός μονόλογος του πρωταγωνιστή, όχημα της ανάγνωσης, σε προετοιμάζει εν αγνοία σου, για να δεχθείς το πικρό ποτήρι της αλήθειας του τέλους.
Ταχυδακτυλουργός ο Fitzek εδώ˙ δίνει έναν άλυτο γρίφο στον αναγνώστη για να τον απασχολήσει, ενόσω ο ίδιος κρύβει την αλήθεια σε κοινή θέα αναβιώνοντας κοινότοπους φόβους στη χειρότερη εκδοχή τους.
τέλειο βιβλίο που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δε θα το φανταζόμουν
Θεωρώ ότι είναι το καλύτερο βιβλίο του Fitzek μέχρι τώρα, ικανοποιεί ένα αίτημά μου για το τέλειο βιβλίο, που δε ήξερα καν ότι θα μπορούσα να έχω, που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δε θα το φανταζόμουν, με την εξής, όμως, παραφωνία: τα έχει όλα και ακόμα παραπάνω από αυτά που θα ζητούσα. Ένα ταμπού συνιστά τη ραχοκοκαλιά της πλοκής συνέχοντας με μαεστρία και αρμονία τόσα πολλά επιμέρους, ετερόκλητα μεταξύ τους, ελκυστικά θέματα, τρόμο σε μια εγκαταλελειμμένη κλινική, κλειστοφοβικό θρίλερ και μάλιστα στα χιόνια, εγκιβωτισμένα δράματα, ένοχες συνειδήσεις, διαστροφή, τελικό εύρημα που λύνει διαδοχικά τα μυστήρια της αφήγησης, ώστε το αποτέλεσμα να σε αφήνει άναυδο. Το μόνο που βρήκα ότι τεντώνει επικίνδυνα την πλοκή και δείχνει την ανθρώπινη-ατελή φύση του βιβλίου (μετά τα τόσα εκθειαστικά σχόλιά μου για αυτό) είναι η νότα αισιοδοξίας στην εκπνοή της αφήγησης, την οποία αλλού θα επιθυμούσα διακαώς.
Σε σχέση με αυτά που μας έχει συνηθίσει ο Fitzek το βιβλίο φαντάζει πρώιμο και απλό˙ λίγο, αν θέλουμε να επαινέσουμε την εξέλιξη του συγγραφέα ανά έργο μέσα σε βάθος χρόνου.
κατεξοχήν παράδειγμα κατά της έμφυλης βίας, το stalking στα καλύτερά του
Το πιο βίαιο, ακραίο, διεστραμμένο, έκφυλο βιβλίο του Fitzek, ωδή ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Δεν μπορούσα να αφήσω το βιβλίο έχοντας εθιστεί στη γραφή του, αν και αρκετές στιγμές θέλησα να τα παρατήσω, επειδή δεν άντεχα από τη δυσφορία των όσων είχα διαβάσει, επειδή φοβόμουν όντως για όσα έμελλε να διαβάσω. Μου άρεσε που το εναγώνιο δράμα της πρωταγωνίστριας διαρκεί (τυχαία;) όσο μια αρχαία τραγωδία, δηλαδή μία ολόκληρη μέρα στο τέλος της οποίας δε θα είναι τίποτα ξανά το ίδιο. Οι τελευταίες 10, 20 σελίδες σε κάνουν να πιστέψεις ότι μόλις τελείωσες την ανάγνωση όχι από ένα, αλλά από δύο διαφορετικά βιβλία˙ τόσο μεγάλη είναι η απόσταση των γραφομένων της αρχής με αυτών του τέλους του Τελεσίγραφου, εντυπωσιακότατο το αναποδογύρισμα.
όταν βγαίνουν στη φόρα τα άπλυτα μιας θρησκευτικής σέχτας
Δυστυχώς, όταν το διάβασα, είχα ήδη δει τη δεύτερη σεζόν της σειράς the sinner (2017) που πραγματεύεται κάτι παρόμοιο, οπότε η ανάγνωση πέρασε και δε με άγγιξε.
Πρώτη φορά που σφίχτηκε το στομάχι μου, ενώ διάβαζα βιβλίο. Δεν είχα διανοηθεί ότι έχουν τέτοια δύναμη οι λέξεις, ακόμα περισσότερο ότι κάποιος συγγραφέας θα αποτύπωνε γραπτώς ωμά τόση βία και θα επέμενε σε αυτήν τη θεματική στο μεγαλύτερο εύρος του βιβλίου. Ευτυχώς στο τέλος η ελπίδα μου για κάθαρση ικανοποιήθηκε.
Το βιβλίο με έκανε να δω με συμπάθεια και στοργή την αυστηρότητα στον τρόπο ζωής του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, ακόμα και την έσχατη πενία στην οποία – απ’ ό,τι θυμάμαι - έφτασε προς το τέλος της ζωής του. Σου μένει η ιστορία.
Η αναμόχλευση των ίδιων γεγονότων από διαφορετικές οπτικές γωνίες κρύβει μέσα της όλες τις ανατροπές, πράγμα που δικαιολογεί και τη μεγάλη έκτασή τους στο βιβλίο. Οι κοφτοί, καθημερινοί διάλογοι, πέρα από την αμεσότητα που δίνουν και την ατμόσφαιρα που χτίζουν, βοηθούν ακριβώς στο να «φεύγει» γρήγορα η ανάγνωση, ώστε να μην κουράζεται ο αναγνώστης. Βρήκα την ανάμειξη του ντετέκτιβ επιτηδευμένη και κάπως υπερβολική, μου έλειψε η καίρια εμπλοκή του ιδρύματος στην όλη κατάσταση, αλλά εξεπλάγην θετικά που γνώρισα επιτέλους έναν χαρακτήρα τον οποίο λάτρεψα να μισώ.
Με κράτησε η πλοκή σε σκανδιναβικό φόντο, μέχρι να ξετυλιχθεί το κουβάρι των γεγονότων, μέχρι να πέσει η πρώτη υπόνοια για το τι έχει συμβεί, και το τέλος αυτό καθαυτό. Κατά τα άλλα χλιαρό, ευκολοδιάβαστο. Ίσως, αν υπήρχε ένα άλλου τύπου κίνητρο για το έγκλημα, πιο προσωπικό, να το ευχαριστιόμουν περισσότερο.
Μπήκα στον κόπο να το διαβάσω επειδή μου το πρότειναν. Εκ πρώτης όψεως το περιεχόμενο φαντάζει επίκαιρο και πιασάρικο, η άκακη φαντασίωση μιας σχέσης ανάμεσα σε έναν καθηγητή και μια ανήλικη μαθήτριά του που πραγματώθηκε στον χρόνο αποκαλύπτει το αληθινό, τερατώδες πρόσωπό της, ενώ πλέον τα στόματα έχουν ανοίξει. Για μένα, όμως, ο ακατέργαστος και ακατάστατος ψυχισμός της πρωταγωνίστριας κρατά όλο το βιβλίο.
Η έφηβη ηρωίδα, υποκινούμενη υπόρρητα από την εντύπωση πως οφείλει να περάσει από το στάδιο μιας σχέσης με το άλλο φύλο για να αποκτήσει η ίδια προσωπικότητα, υπόσταση, όταν της δίνεται η ευκαιρία, δέχεται τις εκδηλώσεις ερωτικού ενδιαφέροντος από αυτόν που κρίνει απλοϊκά ιδανικό για ταίρι της, τον καθηγητή Αγγλικών της.
Αγνοώ κατά πόσο μπορεί να αντιδρά έτσι, επειδή δε θέλει να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, να οικειοποιηθεί δηλαδή περίπλοκα συναισθήματα για ένα άλλο άτομο, αν αυτό το ενδεχόμενο που διέκρινα σε ένα δυο σημεία των λεγομένων της πρωταγωνίστριας είναι αυθαίρετο ή εκούσιος υπαινιγμός της συγγραφέως.
Γεγονός είναι, πάντως, ότι πέφτει σαν ώριμο φρούτο στα δίχτυα του θηρευτή, ενός επιτήδειου, έτοιμου για όλου, που έχει πλήρη επίγνωση των πράξεων του και που βρίσκει και τα κάνει.
Η ανάγνωση γίνεται όλο και περισσότερο δυσκολοχώνευτη, ανυπόφορη, ζοφερή, εθιστική˙ παρασύρεσαι στις σπείρες της σκέψης της κοπέλας, εγκλωβίζεσαι μαζί της, ενώ η συγγραφέας σε πηγαίνει μπρος και πίσω στον χρόνο των γεγονότων, ακούς τις κραυγές, την αλήθεια του τι της έχει συμβεί, που με κόπο προσπαθεί να φιμώσει από ένστικτο, για να αποφύγει να ονοματίσει και άρα να βιώσει το επώδυνο μαρτύριο της κακοποίησης. Γιατί, πώς μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο, αν δεν το αναγνωρίζει η ίδια ως έτσι;
Το αφήγημα με το οποίο νομίζει ότι προστατεύει τον εαυτό της για χρόνια, το παραμύθι ότι η ίδια έχει το όποιο μερίδιο συμμετοχής σε μια «σχέση» με τον καθηγητή της, καταρρέει, όταν κάποια άλλη στη θέση της σπάσει το απόστημα της βίας, όταν η ίδια κληθεί στο και πέντε να ωριμάσει, μιας και οι συνθήκες γύρω της εναρμονίζονται πια με την εσωτερική ανάγκη της για λύτρωση και εξέλιξη, για την επούλωση του ψυχικού τραύματος. Την επομένη, είναι βέβαια επιζήσασα, αλλά και αμφιλεγόμενο το τι της έχει απομείνει.
Απόλαυσα τις ευανάγνωστες, πρωτότυπες, ευφάνταστες ιστορίες που παραθέτει αλλεπάλληλα ο αφηγητής και τη μαγεία τους, αλλά μου κλώτσησε άσχημα ο τόσο μεγάλος χώρος που καταλαμβάνει στο βιβλίο ο συνδετικός αρμός τους, η αιμομιξία, όπως την προσέλαβα μέσα από την κάπως παιδική - αφελή οπτική του αφηγητή. Μου φάνηκε ότι η συγκεκριμένη συνθήκη με τη διάσταση που έχει εδώ ως μοτίβο αντιμετωπίζεται μεν με ταιριαστή στο ύφος του έργου ελαφρότητα, αλλά όχι με τη σοβαρότητα που αρμόζει στην ιδιάζουσα φύση της.
Είναι ανεπανάληπτη αυτή η μυθιστορηματική, ώριμη διάσταση του Ιησού˙ ο ίδιος στέκεται αξιοθαύμαστα στο ύψος των περιστάσεων, όταν αναμετράται με το καινοφανές σφάλμα του γήινου και τη συντριπτική βουλή του θείου πατέρα για την ανθρωπότητα.
Το βιβλίο είναι ένα βραδύκαυστο δράμα μικρών διαστάσεων, της ιαπωνικής κοινωνίας. Τα πάθη της ψυχής των πρωταγωνιστών υπογράφουν την τελευταία πράξη της τραγωδίας υποδαυλίζοντάς την. Η ανοίκεια έκφραση ξενίζει μεν, αλλά εκεί που τελειώνει το βιβλίο την έχεις συνηθίσει με αποτέλεσμα να θες και άλλο.
Επέλεξα να το διαβάσω έχοντας την εντύπωση ότι ήταν αστυνομικό και μου βγήκε ψυχολογικό θρίλερ˙ ίσως και καλύτερα που συνέβη έτσι, καθώς το βιβλίο με απορρόφησε αβίαστα και με έθεσε απρόοπτα μπροστά σε ένα ανατρεπτικό φινάλε.
Είναι υπερβολικά εκτενές σε σημείο που να κουράζει˙ θέλει υπομονή, αλλά κερδίζει στον τρόπο γραφής, τα μικρά, γρήγορα κεφάλαια και τον καταιγιστικό ρυθμό της αφήγησης. Η άκρως επίκαιρη κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος, αυτής του αθέατου διώκτη, και το άκρως υπολογισμένο εύστοχα πλοτ τουίστ της αυλαίας συνεισφέρουν σημαντικά στην ποιότητα του βιβλίου.
Το τέλος του βιβλίου δεν το βλέπεις να έρχεται˙ οι ανατροπές είναι αρκετά εγκεφαλικές έως και αφύσικες, αν αναλογιστεί κανείς την πορεία των πραγμάτων. Είναι κρίμα που η συγγραφέας προσπαθεί να μιμηθεί στείρα το ύφος της Αγκάθα Κρίστι, χωρίς αίγλη.
Θετική έκπληξη η ανάγνωσή του, το δράμα είναι τόσο όσο, ενώ τα γεγονότα ξετυλίγονται απροσδόκητα. Τιμάται ο τίτλος του βιβλίου, καθώς ο πρωταγωνιστής, ο άλλοτε κραταιός λόγιος ερωτιάρης πενηντάρης γειώνεται κεφάλαιο με το κεφάλαιο, ωριμάζει μαθαίνοντας να αφήνει ελεύθερα όσα αγαπά, και συμβιβάζεται με τα απόνερα του τέλους του άπαρτχαιντ (κάπως η βία δικαιολογείται, γίνεται αποδεκτή)˙ είναι σαν να κάνει την ανατομία της αλήθειας του, να βρίσκει τον εαυτό του νεκρό και να το ευχαριστιέται για πρώτη φορά μετά από καιρό. Η επίγευση που μένει είναι μάλλον πικρή, η κατάσταση έφτασε απρόβλεπτα στο και 5 με σκληρή φυσικότητα.
Θρίλερ περιορισμένου χώρου στα χιόνια συν βιολογική απειλή
Αν και είχα άλλες προσδοκίες βάσει του τίτλου για το πού και πώς θα λάμβαναν χώρο τα γεγονότα, το βιβλίο συνδυάζει επιτυχημένα δράση και αγωνία κάνοντάς σε να μη θες να το αφήσεις από τα χέρια σου. Περνάει ευχάριστα το απόγευμα μαζί του.
Έχει ιστορική αξία η αυτοβιογραφική φόρμα που στεγάζει τον αυτοπροσδιορισμό του πρωταγωνιστή σε σχέση με τα φύλα και τη γενικότερη στάση του απέναντί τους, ενώ αξιομνημόνευτο είναι και το αντιπολεμικό φόντο της αφήγησης από ένα σημείο και ύστερα, όταν η Ιαπωνία δοκιμάζεται από τον πόλεμο τη δεκαετία του 40.
Βαρετό και φλύαρο, ιδανικό, ωστόσο, για κάποιον που έχει αδυναμία στα παραμύθια ή επιθυμεί να τα γνωρίσει καλύτερα, αν προστρέξει στις πηγές που περιέχονται στο βιβλίο.
Ευκολοδιάβαστο, ρομαντικό, μέτριο. Αν ο συγγραφέας μας έδινε το πλοτ τουίστ που θα μπορούσε να μας δώσει χάρη σε έναν συγκεκριμένο υπαινιγμό, έτσι όπως ύφαινε τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, το αποτέλεσμα θα απογειωνόταν κατακόρυφα προς το καλύτερο.
Η γλώσσα, η σύνταξη και τα σημεία στίξης δοκιμάζουν σημαντικά τις αντοχές του αναγνώστη˙ αν δεν τα παρατήσει, θα αντιμετωπίσει μια ενδιαφέρουσα, σταδιακά δομημένη θεματική περιδιαβαίνοντας στην ομιχλώδη διήγηση του αφηγητή, ο οποίος παρόλο που επιμένει στα κίνητρα και τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, δίνει την εντύπωση ότι μαντεύει, ότι αγνοεί την αλήθεια, όπως την αγνοεί ο αναγνώστης˙ είναι ένα βήμα μπροστά, χωρίς, ωστόσο, η καταλογογράφηση των γεγονότων της ζωής των ηρώων να του δίνει κάποιο προβάδισμα για το μετά.
στην καλύτερη εκδοχή του σου αφήνει μια γεύση από την ταινία «εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες»
Tο βιβλίο ανταμείβει τον αναγνώστη με την πλοκή του και την εξέλιξη του ψυχισμού-ενηλικίωση του ήρωα, εάν εκείνος περάσει τον αρχικό σκόπελο της αναγνωριστικής βόλτας στα πρόσωπα της οικογένειας του Μάνγκο. Προσωπικά, ξεχωρίζουν ό,τι αφορά την εκδρομή στη λίμνη και το τέλος του βιβλίου, το ότι ο συγγραφέας σπάει την ιστορία στα δυο και κορυφώνει παράλληλα τα μέρη δένοντάς τα μεταξύ τους εντέλει στην εκπνοή της αφήγησης, μέχρι τελευταία στιγμή, δηλαδή, ο αναγνώστης περπατά στα τυφλά αγωνιώντας για τη συνέχεια. Τα περιφερειακά δράματα επενδύουν αρμονικά, ρεαλιστικά την κεντρική ιστορία και το ερωτικό στοιχείο είναι τόσο όσο (αγνοώ αν οι πιο ωμές περιγραφές αρωμάτιζαν το αποτέλεσμα). Η επιλογή της Γλασκόβης ως τόπο δράσης από τον συγγραφέα φαντάζει να ταιριάζει στη «θερμοκρασία» της εξιστόρησης˙ αφήνει την αίσθηση του ξηρού κρύου που χτυπά κάποιον, ο οποίος βγαίνει από έναν κλειστό χώρο έξω φορώντας, όμως, ακατάλληλο ρουχισμό για την περίσταση, ψιλοκρυώνει και βιάζει το βήμα να φτάσει πιο γρήγορα στο σπίτι του. Το βιβλίο κρατά σε απόσταση τον αναγνώστη από τα γεγονότα, δε λέει «νιώσε με» αλλά «δες με». Κάτι τελευταίο που μου άρεσε: με το που αρχίζω την ανάγνωση, βλέπω κατευθείαν που πηγαίνει το πράγμα, αλλά ο συγγραφέας με κάνει να πιστέψω ότι αυτό δε θα συμβεί, μέχρι που εκείνος το κάνει να συμβεί σε ένα σημείο που μου κάνει ακόμα πιο τραγικό αυτό που είχα στο μυαλό μου. Θα μπορούσε να ήταν μικρότερες οι περιγραφές, για να μην κουράζουν, και το βιβλίο κατά συνέπεια μεστότερο; Ναι. Αν δινόταν μεγαλύτερο βάρος στο θρησκευτικό χάσμα των ηρώων απ’ ότι δίνεται ήδη στην πραγματικότητα των συμμοριών, θα μετατοπιζόταν η πλοκή σε άλλα λημέρια χαντακώνοντας ίσως το βιβλίο ή θα έδινε άλλη ουσία, βάθος στην ιστορία; Αγνοώ. Αυτό που ξέρω σίγουρα, ωστόσο, είναι ότι το βιβλίο με έχει κερδίσει.
Σύγκρουση ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και στη μέση Γερμανοί και αθώοι
Το βιβλίο κινδυνεύει να χαρακτηριστεί άκρως βαρετό από τον αμύητο στο ιστορικό υπόβαθρό του και στα εσωκομματικά του ΚΚΕ, αν και το σύνολο των μαρτυριών γύρω από ένα μοιραίο γεγονός και την ανθρώπινη διέλευση στο μοναστήρι Ορθοκωστά από μόνο του κρατάει σε κάποια αγωνία τον αναγνώστη, όσο αργεί να ονοματίσει τον ελέφαντα στο δωμάτιο.
Πρωτότυπη η τοποθέτηση του εγκλήματος στους κόλπους της ιατροδικαστικής επιστήμης, στο πλαίσιο της οποίας γίνονται εκτενείς αυτοαναφορικές μνείες όχι απαραίτητα αναγκαίες για την αυτή καθαυτή εξέλιξη της πλοκής αλλά σε ανεκτό και κατανοητό επίπεδο (ας μην ξεχνάμε τη βασική ιδιότητα του συγγραφέα), ώστε να μην αφαιρείται η προσοχή από τον πυρήνα της ιστορίας.
Το βιβλίο έχει ως πλεονέκτημα και μειονέκτημα συνάμα το ότι το σημείο αναφοράς των χαρακτήρων και της υπόθεσης είναι πραγματικό, αληθινό, γεγονός που δεν αφήνει το αφήγημα του συγγραφέα να αποκτήσει δική του υπόσταση, ζωή, παρόλο που το βιβλίο φλυαρεί με σκοπό να επιτύχει κάτι τέτοιο.
ο βομβαρδισμός της Δρέσδης δοσμένος μέσα από την αφελή ματιά ενός ενήλικα
Αν και δεν είναι για ανήλικους λόγω φρασεολογίας, η σκληρή θεματολογία του βιβλίου, ο βομβαρδισμός της Δρέσδης, δίνεται μέσα από μια ενήλικη αφέλεια και φαντασία που ανανεώνει το ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο γεγονός, που κάνει εύληπτα και εύπεπτα όσα δε χωνεύει το ανθρώπινο στομάχι. Το βιβλίο είναι ένα βίωμα που συλλαμβάνει το μέγεθος της καταστροφής στον πυρήνα του˙ η αίσθηση του συγγραφέα ότι οι νεκροί του βομβαρδισμού είχαν ξεπεράσει αυτούς από τις πυρηνικές βόμβες, είναι μεν ανακριβής, παραμένει δε δηλωτική της φρίκης που έζησε στο πετσί του.
Το βιβλίο υπηρετεί στο έπακρο την επιστημονική φαντασία, είναι must-read για το είδος του. Το ατού του είναι η λογική που διέπει τον κόσμο του βιβλίου, που δένει τους ήρωες και τα γεγονότα μεταξύ τους σε μια έκταση ιδανική για ανάγνωση. Μόνη πρόκληση θεωρώ το λεξιλόγιο, το οποίο περισσότερο διεγείρει την περιέργεια για τα σημαινόμενά του, όσο δομεί σταδιακά την πλοκή, παρά κουράζει ή απωθεί με τον ανοίκειο τόνο του˙ εξάλλου, αυτή είναι μια σύμβαση του είδους γνωστή εκ των προτέρων.
Θετική έκπληξη η ανάγνωσή του. Το δράμα είναι τόσο όσο, ενώ τα γεγονότα ξετυλίγονται απρόβλεπτα. Τιμάται ο τίτλος του βιβλίου, καθώς ο πρωταγωνιστής, άλλοτε κραταιός λόγιος ερωτιάρης πενηντάρης, γειώνεται κεφάλαιο με το κεφάλαιο, ωριμάζει, καθώς αφήνει ελεύθερα όσα αγαπά, και συμβιβάζεται με τα απόνερα του τέλους του άπαρτχαιντ (κάπως η βία δικαιολογείται, γίνεται αποδεκτή)˙ είναι σαν να κάνει ανατομία στην αλήθεια του,
να βρίσκει τον ίδιο του τον εαυτό νεκρό και να ευχαριστιέται με το αποτέλεσμα για πρώτη φορά μετά από καιρό. Η επίγευση είναι γλυκόπικρη: η κατάσταση έφτασε απρόβλεπτα και στο και 5 με μια σκληρή φυσικότητα.