ID #28636 | ημερομηνία: 2020-07-31
Σίμος Ανδρονίδης (μη εγγεγραμμένος χρήστης) |
7 κριτικές
KEIMENO:
Η ποιητική συλλογή των Βαγγέλη Χρόνη και Κωνσταντίνου Μπούρα, που συγκεκριμένα φέρει τον τίτλο 'Μελλοντική Ελευθερία,' ενσωματώνει χαρακτηριστικά ενός ιδιαίτερου τύπου διαλόγου που διεξάγεται μεταξύ των δύο ποιητών, αποκτώντας άλλοτε άμεσα και εν πολλοίς παροντικά χαρακτηριστικά, και άλλοτε περισσότερο έμμεσα αλλά και αξιακά. Ισομερώς κατανεμημένα, τα ποιήματα αυτής της ποιητικής σύνθεσης, ισορροπούν μεταξύ κρίσης και δη πανδημικής κρίσης και της επιδίωξης απόδοσης της, προσιδιάζοντας προς την συγκρότηση ενός ευρύτερου 'μωσαϊκού' εντός του οποίου δεσπόζουσα θέση κατέχει ο άνθρωπος. Και ως προς αυτό, θα αναφέρουμε ό,τι η ποιητική σύνθεση διακρίνεται από έναν έντονο 'ανθρωπο-κεντρισμό' που εν προκειμένω, συναρθρώνει τις έντονες προκλήσεις ή αλλιώς τα διακυβεύματα της περιόδου που εμπεριέχουν το ανθρώπινο υποκείμενο και την επίγνωση της θνητότητας και της ευαλωτότητας του (πανδημία/ασθένεια), με την ίδια επανεπινόηση του ανθρώπου της 'διπλανής πόρτας,' ο οποίος και φέρει το βάρος και τα συναισθήματα που γεννά η πανδημία του κορωνοϊού εντός οικίας. Κάτι που διαγράφεται ευκρινώς στον ποιητικό λόγο του Βαγγέλη Χρόνη και πιο συγκεκριμένα, στο ποίημα που τιτλοφορείται 'Η Απουσία των τροχοφόρων': "Οι σειρήνες των ασθενοφόρων δεν ηχούν στους άδειους δρόμους της Αθήνας. Η απουσία των τροχοφόρων μια υπόκλιση στην ιερότητα της ζωής. "Μένουμε σπίτι.'' Το λεκτικό πρόσημο του ''μένουμε σπίτι'' που δεν ανα-καλεί όσο επαναπροσδιορίζει το βασικό σύνθημα της περιόδου 'εκτάκτου ανάγκης' (καραντίνα), τίθεται περιφραστικά, αναπαράγοντας τόσο την 'απειλή' που συνιστά ο ιός, εναντίον του οποίου λαμβάνονται μέτρα προστασίας που αναπαριστούν το 'σπίτι' ως 'ασφαλή' τόπο και περαιτέρω τον σημαίνον ιδιωτικό χώρο ως 'καταφύγιο,' όσο και την δυνατότητα προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Και για τον ποιητή, η ζωή ανάγεται στην εμπρόθετη "ιερότητα'' της, κάτι που σημαίνεται ό,τι η ίδια νοηματοδοτείται με διαστάσεις πρωτεύοντος αγαθού. Άρα, διαμορφώνεται το σχήμα 'σπίτι-άνθρωπος-υγεία,' καθιστώντας ευδιάκριτο το κλίμα της εποχής: 'Κίνδυνος.' Διαφορετικά ειπωμένο, η εποχή που τελεί 'εν κινδύνω' αναδεικνύεται εντός του ποιητικού λόγου, που θέτει τα δικά της όρια μεταξύ ευθύνης και ελευθερίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελευθερία, η 'απελευθέρωση' από την πανδημία ως κοινωνιο-υγειονομική συνθήκη 'απειλής,' προϋποτίθεται στην 'ευθύνη,' στην διατήρηση ατομικών μέτρων προστασίας, και, στην δέσμευση για την προστασία της ανθρώπινης ζωής που ως 'αυταξία,' εμπεριέχει και εμπεριέχεται στις δύο προηγούμενες σημάνσεις. Ουσιαστικά, η ποιητική σύνθεση, δίχως να διαρθρώνεται σε επιμέρους κατηγορίες, προβαίνει στην καταγραφή της περιόδου της 'καραντίνας,' εκκινώντας στις 21 Μαρτίου και καταλήγοντας στις 3 Μαϊού, που υπήρξε η τελευταία ημέρα εφαρμογής της συγκεκριμένης στρατηγικής. Δεν δύναται να κάνουμε λόγο για ένα ποιητικού τύπου, ημερολόγιο, όσο για ένα 'φορτισμένο' με διεργασίες και διάφορες παραμέτρους (ας θυμηθούμε ό,τι η υγειονομική κρίση 'παραμετροποιείται'), χρονικό, στο οποίο και διασταυρώνονται φόβοι και προσδοκίες, παραδοχές και μαρτυρίες, προθέσεις και ακόμη και ανομολόγητοι πόθοι, όπως επίσης, σε ένα ευρύτερο (και όχι ανώτερο) επίπεδο, η κυβερνητική με την ιατρική διαχείριση, και το κοινωνικό με το ιστορικό πρόσημο. Μοτίβα και οριακές και μη παραστάσεις, που εντάσσονται σε ό,τι ο Κωνσταντίνος Μπούρας αποκαλεί ως "αγία καθημερινότητα.'' Και τον σφυγμό' αυτής της "αγίας καθημερινότητας'' που δεν αποστρέφει το βλέμμα της από την ευαλωτότητα, επιδιώκουν να 'συλλάβουν' οι δύο ποιητές σε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα 'συνομιλία,' ή αλλιώς, 'συναλλαγή' ιδεών και θέσεων, για την οποία θα επισημάναμε επίσης πως προσλαμβάνει υπαρξιακές έως και φιλοσοφικές προεκτάσεις που αρθρώνονται γύρω από την θέση και την στάση του ανθρώπινου υποκειμένου ενώπιον της κρίσης και της ασθένειας. Και η ενννοιολόγηση της ασθένειας, απτή, συγκεκριμένη και μη εξιδανικευμένη, λειτουργεί ωσάν 'κάτοπτρο' που αντανακλά αρχέγονους φόβους, προθέσεις απόδρασης, ιστορίες και κύρια μικρο-ιστορίες που διαλέγονται με την ζωή και με την ευρύτητα του θανάτου, τον οποίο και ενίοτε ποσοτικοποιεί ο Βαγγέλης Χρόνης. Οι δύο ποιητές, δεν 'κυνηγούν' εκβιαστικά τις λέξεις και τα συναισθήματα, αλλά, αντιθέτως, αφήνουν να διαρρεύσει η αίσθηση της μείζονος μεταβολής, στο εγκάρσιο σημείο όπου ο κορωνοϊός ή αλλιώς ο ιός (πιο άμεσα), αναπαρίσταται ως "κατακτητής", ακόμη δηλαδή και με όρους 'πολεμικούς' και 'ηγεμονικούς.' Πλέον, εάν υπάρχει κάποιος 'ηγεμόνας' που δεν επιζητεί να κυριαρχήσει από τον 'θρόνο' του, αλλά να προβάλλει την διασπορά του απορυθμίζοντας ουσιωδώς ό,τι εν ευρεία εννοία θα αποκαλέσουμε κοινωνιο-ιστορικό γίγνεσθαι, αυτός είναι ο ιός. Ο Βαγγέλης Χρόνης στις σημάνσεις του δικού του ποιητικού λόγου, προσδιορίζεται φυγόκεντρα το εύρος μίας 'διαρκούς απειλής' που δεν απέχει πολύ από την δυστοπία και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αφήνει 'ίχνη': "Η Αθήνα τυλίχτηκε στην σιωπή της μέσα σε ένα πέπλο ομίχλης και ψιλής βροχής σάμπως και επιθυμεί να πνίξει τον πόνο μιας φοβισμένης και ευάλωτης πόλης. Τα αγάλματα στον κήπο της Πεντέλης βρεγμένα και λουσμένα με θλίψη ακολουθώντας το βλέμμα μου συμπαραστέκονται ψύχραιμα και βουβά. Στα νοσοκομεία και στα σπίτια ο ιός κυριαρχεί ως ένας παγκόσμιος από καταβολής κατακτητής." Εάν ενσκήπτει κάτι σε αυτό το σημείο, πέραν αυτών που σημειώσαμε παραπάνω, είναι η οικειοποίηση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, της διάχυτης θλίψης που δεν ακολουθεί τον ρυθμό ή τους ρυθμούς του αγάλματος αλλά ευρίσκεται μπροστά του: Το άγαλμα καθίσταται 'συμπαραστάτης' του περιηγητή ποιητή, 'ενσαρκώνοντας' την προσμονή και την απορία. Υπό αυτό το πρίσμα η απορία δεν εκφράζει το περιώνυμο 'γιατί,' αλλά πρωταρχικά, 'το πως θα εξελιχθούν τα πράγματα;' Ο "κατακτητής" ιός έχει ήδη 'κυριαρχήσει,' και 'σκορπώντας' τον τρόμο, εξαντικειμενοποιείται με τέτοιον τρόπο, ώστε το νοσοκομείο και το σπίτι, οι χώροι, οι πρώτες γραμμές άμυνας, να 'κυριαρχούνται' από τον 'κυρίαρχο,' τον μικροσκοπικό 'ηγεμόνα' που αποτελεί προέκταση ενός θανάτου που δεν γνωρίζει τόπους και σύνορα. Ένα χαρακτηριστικό της ποιητικής σύνθεσης, είναι το υπόδειγμα της 'απο-εδαφοποίησης' που την διαπερνά, με το τοπικό να εναλλάσσεται δυναμικό με το παγκόσμιο, διαμορφώνοντας την νέα κρισιακή πραγματικότητα. Ο χρόνος έτσι μετεξελίσσεται σε αφήγηση, ζωτικά, σχεδόν βιωματικά και δίχως συγκινησιακές εξάρσεις. Απεναντίας, το ποιητικό πράττειν διατηρεί το βάρος της ευθύτητας του, όπως δεικνύει το ποίημα 'Θάνατος Μπουρλιοτέρης' του Κωνσταντίνου Μπούρα, ποίημα αναφερόμενο σε μία πορεία θανάτου που εκβάλλει στον πόνο και στο πένθος των άλλων, μη ακολουθώντας γραμμική πορεία. "Ο θάνατος... Ο θάνατος Μας πυρπολεί από το μαιευτήριο. Όμως κι αν ξεπεράσουμε τον δικό μας, αν... Ο θάνατος των άλλων Μας πονεί και μας καίει..." Όσο εξελίσσεται ο ποιητικός λόγος που εγγράφει μία διαλογική μορφή η οποία και εκδηλώνεται μη συμβαδίζοντας απαραίτητη, αλλά με στόχευση το να αναδείξει τις αντιθέσεις της συγχρονικής περιόδου, τόσο σημασιοδοτούνται χαρακτηριστικά συμβάντα, όπως είναι ο εορτασμός του φετινού Πάσχα που αποτέλεσε αφορμή για έναν βαθύ αναστοχασμό, διευρύνοντας τα όρια της χριστιανικής 'παρηγορίας' (η προσδοκία είναι η ανάσταση 'ζωών'), η αναφορά προσώπων όπως ο Σωτήρης Τσιόδρας και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος που καλούνται εκ του ρόλου τους (ας σταθούμε στον πρώτο) να ενσαρκώσουν το πρόσωπο της 'ζώσας' ελπίδας, ενώ παράλληλα δεν εκ-λείπει η διάσταση της δημιουργίας, εκείνης της μορφής δημιουργίας που συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση υπέρβασης της πανδημίας. "Το Ά-λογο είναι μια κερκόπορτα στο μυαλό μας. Άπαξ κι ανοίξει, δύσκολα πια κλείνει. Αυτός είναι κι ο μεγάλος εχθρός. Ο μόνος ίσως... Ας προστατεύσουμε την υγεία μας Με θετικές σκέψεις, αισιόδοξες, δημιουργικές." Εντός των προκείμενων της ποιητικής γραφής που κατατίθεται ενώπιον του αναγνώστης ο οποίος δηλώνει 'παρών,' βιώνοντας εκ νέου, διαφορετικά και με δυσπιστία απέναντι σε διάφορους 'έμπορους' ελπίδας, ανασύρεται ανάγλυφα η απερίσταλτη επιθυμία της υπέρβασης που είναι επιθυμία ζωής, όπως και η ποίηση που μεταιχμιακά και μη, συμβάλλει στην 'κατασκευή' μίας έμπρακτης συνειδητότητας. Οι ποιητές ομολογούν.