ID #24746 | ημερομηνία: 2020-07-19
Σίμος Ανδρονίδης (μη εγγεγραμμένος χρήστης) |
7 κριτικές
KEIMENO:
H μονογραφία της Μαρίκας Ρόμπου-Λεβίδη που φέρει τον τίτλο 'Επιτηρούμενες ζωές. Μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία' εστιάζει την ανάλυση της στους Σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας, όχι της Κεντρικής ή της Δυτικής, αλλά της Ανατολικής, που ίσως αποτελούν και την λιγότερο μελετημένη 'ομάδα.' Κάνουμε λόγο για μία εξειδικευμένη, ανθρωπολογική μελέτη που εν προκειμένω, ρίχνει φως στην ή στις διαδικασίες συγκρότησης ενός ουσιώδους δι-εθνοτικού εαυτού, που, μέσω εν-σώματων, μουσικοχορευτικών και γλωσσικών επιτελέσεων, διαπραγματεύεται την ίδια παρουσία του, πλάθοντας έναν ιδιαίτερο τύπο 'ελληνικότητας' τον οποίο και δεν δύναται να αποκαλέσουμε 'τεχνητό.'
Η πρωτοτυπία της όλης, ιστορικής και ανθρωπολογικής έρευνας της συγγραφέως, έγκειται στο ό,τι η ίδια εστιάζει σε κοινωνιο-πολιτισμικά πρότυπα, όπως είναι οι χορευτικές διεργασίες, τα τραγούδια και οι χρήσεις των μουσικών οργάνων από τους Σλαβόφωνους πληθυσμούς της Δράμας και των Σερρών (η έρευνα συγκεκριμενοποιείται), θέτοντας ως διακύβευμα το πως προσλαμβάνονται οι επίσημες, θεσμικές-κρατικές αφηγήσεις περί ιστορίας και περί 'ελληνικής Μακεδονίας' ειδικότερα, κάτι που λαμβάνει χώρα μέσω, άλλοτε αλμάτων, άλλοτε αντιφάσεων, και άλλοτε ιδιαίτερου τύπου, 'μετεγγραφών.'
Στο μικροσκόπιο εδώ, τίθενται οι ζωές και οι πρακτικές πληθυσμών που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ 'απειλής' και δη 'εθνικής απειλής' και προσπαθειών μίας ενίοτε βίαιης 'αφομοίωσης' τους, αφομοίωση που πραγματοποιείται πάνω στην αναπαράσταση του συνόρου ως θεμελίωσης μίας συγκεκριμένης εθνικής ταυτότητας.
Διαδικασίες όπως ο χορός, τα τραγούδια δηλώνουν περισσότερα από ό,τι θεωρείται, προτάσσοντας την εναλλαγή του Σλαβικού 'ίχνους' με την συμβολική έως αξιακή εμβάπτιση έως ένταξη στα νάματα μίας ελληνικής-ελληνόφωνης κουλτούρας που εγγράφεται στην ίδια τη διάρκεια της τραγουδιστικής διαδικασίας και πέραν αυτής. Αξιοποιώντας ένα ευρύ θεωρητικό υλικό, προβαίνοντας η ίδια σε επιτόπια έρευνα και καταγραφή διαφόρων 'Μακεδονικών' πολιτισμικών πρακτικών, συνομιλώντας με συμμετέχοντες σε πολιτισμικούς συλλόγου που προβάλλουν έντονα την έννοια της μνήμης και της διατήρησης της, η Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη, συστήνει στο αναγνωστικό κοινό 'άγνωστες' εν πολλοίς πρακτικές όπως είναι για παράδειγμα τα 'νυχτέρια' της περιοχής του Βώλακα της Δράμας. Πιο πάνω, έγινε λόγος για ιδιαίτερου τύπου 'μετεγγραφές.' Ένα υπόδειγμα 'μετεγγραφής,' μας προσφέρει ακριβώς η κοινωνική ανθρωπολόγος, αναφερόμενη στα 'νυχτέρια' που συνιστούν μία εμπρόθετη διαδικασία 'μετεγγραφής' και σε ένα δεύτερο επίπεδο, αναγνώρισης ενός Σλαβόφωνου άσματος στην ελληνική γλώσσα.
Διαφορετικά ειπωμένο, πρόκειται για την 'μετεγγραφή' ή την μεταφορά (αν και όρος 'μετεγγραφή' θεωρούμε ό,τι είναι πιο δόκιμος), Σλαβικών στίχων στην ελληνική γλώσσα, σε ένα εγκάρσιο σημείο όπου και νοηματοδοτείται, διαμέσου της γλώσσας ως ιστορικού ενεργήματος που προσδιορίζει την συγκρότηση μίας ταυτότητας εν κινήσει, τις προεκτάσεις που λαμβάνει η 'συν-ομιλία' μεταξύ γλωσσών και πολιτισμικών πρακτικών της περιοχής, μοτίβα που υπεισέρχονται στον καταστατικό πυρήνα δημιουργίας μίας 'υποκειμενικότητας' ανοιχτής που εξωτερικεύει το ίδιο της το περιεχόμενο: Πέραν του 'Σλαβικού' και του 'Ελληνικού' στοιχείου, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το 'ποιοι είμαστε;'
Τα 'νυχτέρια' καθίστανται ένας και 'φορτισμένος' τρόπος επανεπινόησης του ιστορικού και του γενεαλογικού 'ίχνους' με την γλώσσα και την όλη κίνηση να αποκρύπτει αλλά και να αποκαλύπτει ταυτόχρονα, σε μία περιοχή όπου ο 'Σλαβόφωνος' και ο 'Σλαβομακεδόνας' ενίοτε αποτέλεσαν συνώνυμο της 'αντεθνικής' δράσης και παρουσίας. Αυτό το οποίο αναδεικνύει η συγγραφέας της μονογραφίας είναι το πως η καθημερινή ζωή επενεργεί και διαπλέκεται με θεσμικές αντιλήψεις και πρακτικές, με την εξελισσόμενη ιστορία και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, με τα υποστρώματα αυτής της ιστορίας: Και εδώ 'διεισδύει' βαθιά για να τα αναδείξει στην επιφάνεια. Εάν ένα σημείο είναι η κρατική αντίληψη περί 'ελληνικής Μακεδονίας' στο χρόνο, περί των κατοίκων της Μακεδονίας ως 'ελληνόφωνων' και 'ελληνόψυχων Ακριτών,' τότε, σε αυτό το πλαίσιο, προστίθενται η παρουσία των εγκατεστημένων στη Μακεδονία προσφύγων, Ποντίων και ευρύτερα Μικρασιατών, και η από τους ιδίους συγκρότηση μίας αφήγησης χωρικής όσο και μνημονικής (πραγματικά, αξίζει να διερευνηθεί συστηματικά το εάν και πόσον η προσφυγική παρουσία και μνήμη εκτόπισε και κυριάρχησε των υπολοίπων κοινωνιο-γλωσσικών παραστάσεων), καθώς και η παρουσία και η δράση των εν Ελλάδι 'Σλαβόφωνων-Σλαβομακεδόνων.'
Μέσω μίας, Μπαχτινικού τύπου, 'ετερογλωσσίας' που συγκλίνει και αποκλίνει την ίδια στιγμή, έχουμε τα παράλληλα υποστρώματα της 'ελληνικότητας' στην περιοχή της Μακεδονίας. Στους νομούς Σερρών και Δράμας, η Ρόμπου-Λεβίδη αποκαλύπτει ένα τμήμα αυτής, αποδίδοντας έμφαση σε υποκείμενα που χορεύοντας και τραγουδώντας, που χρησιμοποιώντας τον κοινό ζουρνά, αφηγούνται την ιστορία μίας ευρύτερης περιοχής. Μέσω του χάσματος, ανακύπτει ο 'Σλαβομακεδόνας' που δρα επί του ορίου, επί της ίδιας της αναγνώρισης του από το κράτος. Η επιτόπια έρευνα αποδίδει καρπούς, ανα-πλαισιώνει τα χαρακτηριστικά της μικρο-αφήγησης ως συστατικού στοιχείου ενός ερευνητικού εγχειρήματος, με την συγγραφέα να μην διστάζει να αναφέρει και να αναλύσει διεργασίες που τέθηκαν στον 'κλίβανο' της 'αποσιώπησης' και της προωθούμενης εθνικής ομογενοποίησης.
Επρόκειτο για μία ολοκληρωμένη μελέτη που κινείται στις 'παρυφές' του εθνικού, αποδεικνύοντας το ό,τι η διαδικασία διαμόρφωσης μίας ταυτότητας δεν είναι μονολιθική και ενιαία. Τα σώματα παραγάγουν συμβολισμούς, ιδέες και πολιτικές.